Powered By Blogger

Translate

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ένα Κίτρινο Φορτηγό

Μια μέρα έκανα ωτο - στοπ και σταμάτησε ένα αυτοκίνητο παλιό, μοντέλο του 83', με ξεφτισμένο ασημί χρώμα και σκούρα άκαμπτα καθίσματα. Οδηγούσε ένας τύπος φαλακρός και δίπλα του καθόταν μια αλυσοδεμένη δεσποινίδα, που έκλαιγε και μούγκριζε ασταμάτητα. Δίπλα μου καθόταν άλλος ένας φόβος μου, το ψέμα. Είχε μεταβαλλόμενη μορφή, σα ρευστό ανθρωποειδές, που όλο ασυνάρτητα τραγούδια έσκουζε υστερικά, για να περάσει λέει το ταξίδι ευχάριστα. Κι όλο έλεγε πως η αγάπη μια μέρα θα τελειώσει, πως οι καλοί λέει πεθαίνουν πάντα άδοξα και πως μία τζούρα δρόμος έμεινε για να μάθω αν όλα αυτά ισχύουν.
 "Που μπήκα ρε πούστη μου;"
Πήγα να πάθω κρίση πανικού, ειδικά όταν κατάλαβα πως ο οδηγός ήταν το απόλυτο κακό και η γυναίκα δίπλα του, η μόνη μου αγάπη. 

Τώρα προτίμησα να πω ένα δυνατό και γιομάτο αυτοπεποίθηση "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!", με αναγουλιασμένο στομάχι και έτοιμο να αδειάσει φουσκωμένο λαιμό. 
Είπα "... αλλά εδώ θα κατεβώ!!!". 

Χωρίς όμως κανεις τους να αλλάξει στάση, ύφος και σκοπό, σαν να μου έλεγαν "είσαι παγιδευμένος πλέον εδώ..." , με ανάγκασαν αυτόματα να ανοίξω τη πόρτα και να πεταχτώ με τρόμο έξω στο κενό... Προσγειώθηκα στην αγκαλιά του τελευταίου τινάγματος , πριν τρακάρω οδηγώντας με το αυτοκίνητο μου ένα  κίτρινο παρατημένο φορτηγό...




Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Άσπαστη



Παρεξηγημένος
από την ιδια τη ζωή θα έλεγε κανείς,
δεν είναι λίγα όσα του χρέωσε,
τον είχε περάσει, λένε, για κάποιον άλλο.

Τώρα όλα του τα επέστρεψε...
Ήλπίζε να μη του τη πάρει πίσω και εκείνη,
παρεξηγώντας τον - καθώς αυτός δρομολόγια μαζί της φανταζόταν-
πως είναι ριμαγμένος.

Πως δεν του άξιζε μια αγκαλιά ανθρώπινη,
μονάχα ο νοτιάς την άμμο να χτυπά στο κούτελό του,
σαν ενας αλλοτινός ναυτικός
μιας φρεγάτας νεκρών εαυτών.

Το παιδί το απασχόλησαν με τόνους πλαστικά παιχνίδια
τα μάτια του αραίωσαν
μπροστά σε ενα γυαλί θαμπό να δείχνει τρέλες
και σαν ωρίμασε,
λένε πως έψαχνε για αγέννητες προπέλες.

Τον έφηβο τον βάλαν να μάθει όλα τα λιμάνια απ' όξω.
Και μετα με ένα φιλί, τον πέταξαν στη θάλασσα.

Το φαντάρο τον έστειλαν σε καμπίνα λευκή
να μη θυμάται λέει που πηγαίνει
ούτε ποιός ήταν τελικά
μόνο τις μνήμες του ραντίζαν με κονιάκ
κάτι μυστήριοι αγγέλοι...

Μα η φρεγάτα που έφυγε είχε μόνο
ενα βαρύ φορτίο για πλήρωμα
τους εαυτούς του, που αφησε
να βολοδέρνουν στο κατάστρωμα

Και το τίμονι κραταγε σφιχτά
με τον κυνόδοντα απ' όξω
είχε οδηγό τα μάτια της
για χάρτη τα σημαδια του προσώπου του.

Να ξέρει που είναι οι ξέρες και οι ναυαγοί
οι θησαυροί και τα νησιά του ανέμου
Οι λυσσασμένοι πειρατές
και η τσιγγάνα που τον φώναζε "γιέ μου"

Στη πλώρη ήταν η μούσα του
και στη πρύμνη φτάναν τα μαλλιά της
το προορισμό του έψαχνε αμίλητος
να βρει στο σκοτεινό βυθό
της έναστρης καρδιάς της.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Μια πέτρα που ήταν λέει ιερή

Την ίδια ώρα που οι μεγαλουπόλεις θρηνούν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια
και χαρχαλεύουν στους κάδους κοιτώντας που και που στα κλεφτά μη τις πάρει κάνα μάτι,
για φαγητό, δωρεάν νερό και όνειρα, έννοιες θαμένες μέχρι πρότινος
κάτω από τόνους μπετό που ξέβρασε μια χρυσή τσέπη,
η επαρχία των νοτίων άκρων, σφίζει από χλειδή, φώτα λαίμαργα,
που ανακατεύουν μερικές φορές ακόμα και το πιο ανεκτικό στομάχι,
κάλπικη και προσωρινή ευτυχία μέσα σε εκθαμβωτικούς και πλουσιοπάροχους γάμους
σείεται από φωνές κακομαθημένων νηπίων,
αδιάφορων εφηβων εθισμένων στην καφείνη και το νοθευμένο αλκόολ,
συνταξιούχων που διαμαρτύρονται μονάχα σε περιπτώσεις όπως όταν για παράδειγμα,
το τρίτο τους πάρκινγκ δεν βολεύει στο ξεπαρκάρισμα,
μια κωμόπολη που μοιάζει σαν χρυσό κουφέτο με γέμιση φυτοφαρμάκου,
θλίψης και ανίας, να την στροβιλίζει με τη πρώτη ευκαιρία ο αδίστακτος αγέρας,
πάνω από μια έφορη γη, κάτω από ήλιο μόνιμο επιστάτη,
μέσα σε διψασμένους ελαιώνες και μερικούς διάσπαρτους αμμουδένιους γολγοθάδες,
αγναντεύουν χορτάτοι οι κάτοικοι την αχαριστία που ξετυλίγεται σαν νάυλον
υμένας που υφαίνει η κοιλιά τους, αφήνοντας ελεύθερες τις γλώσσες να σέρνονται χιλιόμετρα αναζητώντας την επόμενη ραχοκοκαλιά κάποιου θύματος τους,
να τσακίσουν και έπειτα όλοι μαζί κατά τις 11:30 το βραδάκι,
κάθε βράδυ καρμπόν,
ετούτου του δίκαιου καλοκαιριού,
να μαντρωθούν όλοι μαζί ταυτόχρονα και οικειοθελώς,
στα πρόστυχα τσαρδιά τους,
ανάμεσα από οθόνες ψεύτικων ειδώλων και εκφυλισμένων γραβατοφόρων,
που 'χουν κύστες πύον, αντί για καρδιά,
να ξαπλώσουν ύστερα ήσυχοι κάνοντας όνειρα για την επόμενη αγορά τους
στη πλατεία το πρωί,
συγκρίνοντας στους ώμους τους, τα νεογέννητα μωρά τους,
σαν τρόπαια να τα επιδεικνύουν χαμογελαστοί
λες και όλοι μάθαν ξαφνικά πως μόνο εκεί είναι η ευτυχία
και όλοι τρέξαν ξελιγωμένοι να προλάβουν να κάνουν ότι κάναν και οι γείτονες,
μη τους πουν πως μείναν πίσω,
λες και δε ξέρουν πως απόψε τα μεσάνυχτα που μόνος τριγυρνώ,
μέσα σε μια κωμόπολη ανώμαλη και ψεύτρα,
με μια αλήθεια μόνο για να λέω και τη λευτεριά μοναδική μούσα μέσα στο κεφάλι,
πως μείνανε όλοι τους αιώνιοι δεσμώτες,
έρμαια πλάσματα των ίδιων των παθών τους,
των λάγνων υλικών αγαθών τους,
πως δεν υπήρξανε ποτέ
και πως ακόμα και οι κηδείες των κακόγουστων ζωών τους,
είναι καλοστημένα θέατρα, για το θεαθήναι κατασκευασμένα,
άνθρωποι οι πιο πολλοί , στεγνοί, μικροί και απατεώνες,
που ήρθαν σε τούτη την Εδέμ για μια στιγμή και θαρρούν πως θα μείνουν για αιώνες...

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Αλήθεια

Αφού μπορείς να πετάξεις, γιατί σέρνεσαι;

α


Ασύμμετρη απολογία

….Ρώτησαν μ’ ένα στόμα μια φωνή, όλα τα μεσημέρια του Καλοκαιριού:
Μας νιώθεις πιο πολύ μέσα στη τσιμεντένια αγκαλιά,
ή απλώς βαριέσαι και κοιμάσαι πάλι μια σταλιά;
Μας θυμάσαι όταν βαδίζεις, με πέλματα γυμνά, σε αμμουδιών ανέμελο φευγιό,
ή μήπως εμάς καταριέσαι, μέσα σε σπίτια που στερούνται ηλεκτρικό;
Δε σ’ αρέσει το φως και η θέρμη που σου φέρνουμε από μακριά;
Μάλλον θα μας αγνοείς μέχρι το απόγευμα, για τα καλά…

Απλώς ρωτάμε, για να μάθουμε επιτέλους ποιος είσαι!

…Ρώτησαν με δροσερή φωνή, όλα τ’ απογεύματα μαζί:
Στο μπαλκόνι π’ αγναντεύεις το φως να οπισθοχωρεί,
μας μυρίζεις που μαγειρεύουμε μπριζόλες μ’ αντηλιακό,
ή απλώς έχεις παγώσει σε Χειμώνα αιματηρό;
Στα καταγάλανα νερά που πλατσουρίζεις, έχεις υπόψη σου πως η μοναξιά, είναι αδυσώπητο χτικιό,
ή μήπως με παρέα, εμάς βρίζεις, μέσα σε πόλεις που δεν έχουν χρόνο αρκετό;
Μάλλον θα μας αγνοείς μέχρι το βραδάκι, για τα καλά…


…Ρώτησαν με φωνή που σχεδόν παραπατά, όλες οι νύχτες του Καλοκαιριού μαζί:
Μας άκουσες σα σπίθισμα - σε μια τσαπατσούλικη φωτιά στη παραλία -
όπου άλλος τρομάζει ξαφνικά κι  άλλος, δίπλα του γελά;
Μας βλέπεις ποτέ, εμάς τα φώτα ασάφειας, που σ’ ακολουθούμε ως το πρωί,
ή μήπως η ματιά στο μέλλον, γίνηκε κι αυτή αδιάφορη, μικρή;
Άραγε θα χεις σαν γεράσεις, δίπλα σου κάποιον όλα αυτά για να τ’ απαντάς,
ή θα μετράς ανάσες σε μια πλαστικοποιημένη συλλογή;

Απλώς ρωτάμε, για να μάθουμε επιτέλους τι περιμένεις…

Μόνο τα πρωινά του Καλοκαιριού, αφουγκράζονταν αμίλητα, σοφά.
Στο τέλος χαμογέλασαν και είπαν στα απογεύματα, τα βράδια και τα μεσημεριανά:
Αφήστε τώρα να απαντήσει, τα ερωτήματα σας ήταν όλα φυσικά,
φτάνει όμως τώρα, είναι πλέον αρκετά…
Μα κανείς μην τον διακόψει, όταν απαντά η χάση, ο νόμος πρέπει να σιωπά.
Και τότε εκείνος, το βλέμμα του σηκώνει και αμέσως απαντά:

«Δεν έχω άλλη ελπίδα, μα υπάρχω ανάμεσα σας, ακόμη μια χαρά…»


Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Σκιάχτρο



Ένα σκιάχτρο, 
συνεχώς καυχιόταν, πως δημιουργήθηκε για να ξορκίζει. 
Μα, φίλοι του είχαν γίνει, όλοι οι υποτιθέμενοι οχτροί.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Κωστας Βάρναλης (Πορτρέτο) - Ποιητής/λογοτέχνης

Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»  

Νὰ σ᾿ ἀγναντεύω, θάλασσα, νὰ μὴ χορταίνω
ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ψηλὰ
στρωτὴ καὶ καταγάλανη καὶ μέσα νὰ πλουταίνω
ἀπ᾿ τὰ μαλάματά σου τὰ πολλά.

Νά ῾ναι χινοπωριάτικον ἀπομεσήμερο, ὄντας
μετ᾿ ἄξαφνη νεροποντὴ
χυμάει μὲς ἀπ᾿ τὰ σύνεφα θαμπωτικὰ γελώντας
ἥλιος χωρὶς μαντύ.

Νὰ ταξιδεύουν στὸν ἀγέρα τὰ νησάκια, οἱ κάβοι,
τ᾿ ἀκρόγιαλα σὰ μεταξένιοι ἀχνοὶ
καὶ μὲ τοὺς γλάρους συνοδιὰ κάποτ᾿ ἕνα καράβι
ν᾿ ἀνοίγουν νὰ τὸ παίρνουν οἱ οὐρανοί.

Ξανανιωμένα ἀπ᾿ τὸ λουτρὸ νὰ ροβολᾶνε κάτου
τὴν κόκκινη πλαγιὰ χορευτικὰ
τὰ πεῦκα, τὰ χρυσόπευκα, κι᾿ ἀνθὸς τοῦ μαλαμάτου
νὰ στάζουν τὰ μαλλιά τους τὰ μυριστικά.

Κι᾿ ἀντάμα τους νὰ σέρνουνε στὸ φωτεινὸ χορό τους
ὡς μέσα στὸ νερὸ
τὰ ἐρημικὰ χιονόσπιτα-κι᾿ αὐτὰ μὲς στ᾿ ὄνειρό τους
νὰ τραγουδᾶνε, ἀξύπνητα καιρό.

Ἔτσι νὰ στέκω, θάλασσα, παντοτεινὲ ἔρωτά μου
μὲ μάτια νὰ σὲ χαίρομαι θολὰ
καὶ νά ῾ναι τὰ μελλούμενα στὴν ἅπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι᾿ ἀλάργα βάσανα πολλά.

Ὡς νὰ μὲ πάρεις κάποτε, μαργιόλα σύ,
στοὺς κόρφους σου ἀψηλά τους ἀνθισμένους
καὶ νὰ μὲ πᾶς πολὺ μακρυὰ ἀπ᾿ τὴ μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυὰ πολὺ κι᾿ ἀπὸ τοὺς μαύρους κολασμένους ....



in progress













Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Είναι γλυκιά και ίπταται (μεταξύ αστείου και σοβαρού)

Παίξανε, είπαν, έθαψαν,
μοιρολόγησαν
και σηκώθηκαν το πρωί να συνεχίσουν,
μα άφαντος ο νεκρός…

Η νιότη έτρεξε και χάθηκε.
Μέσα σε ένα πηγάδι κρύφτηκε όσο την αναζητούσε
φωνάζοντας την δυνατά, η απόλυτη ελευθερία
Η πιο γλυκιά φωνή είν’ αυτή της λευτεριάς

Με κάνει αόρατο στα μάτια του καιρού
Κι είναι ξεκάθαρες οι εικόνες του μυαλού
Είναι γλυκιά και ίπταται
Πάνω από τα δάση που κοιμόμουν

Ένα βράδυ που είχαν ανοίξει οι ουρανοί
Κι αντί βροχή, έριχνε συμπάθεια
Μια αλεπού μου ρούφηξε τα μάτια
Σηκώθηκα για να σε βρω

Κι όταν σε βρήκα δε σε είδα
Από τότε κάθε βράδυ ουρλιάζουν
Τα σπλάχνα τ’ ουρανού
Ευτυχώς που δε ξεχάστηκαν
  
Σα καΐκια,  ενός άγνωστου γιαλού
Μαζί μ’ επιβάτες που έπλευσαν
ανεμίζοντας οι καρδιές τους
αγνοώντας το νυστέρι

Κάποιου αλλόκοτου γιατρού.
Σε ένα χαμόγελο επέστρεψαν
μέσα στο πράο βλέμμα
του πιο δίκαιου καιρού

Είναι γλυκιά και ίπταται
Ουρλιάζει όταν πεινάει
Είναι παθιάρα κ’ ίπταται
Ποτέ της δε λυγάει…

Μα να χεις το νου σου φίλε μου
αστεία δεν λογάει
και άμα παίζεις ύπουλα

στο τέλος πάντα ορμάει.



Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Η φουρτούνα



Αποκόμισες χιλιάδες δώρα 
από κείνη τη φουρτούνα. 
Τώρα που βγήκες στη στεριά, 
να τα κλείσεις καλά στην αποθήκη 
και πάντα να θυμάσαι, 
πως  εσύ ήσουν  ο καπετάνιος.



Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Άθροισμα





Είδα στον ύπνο μου αυτά που αναζητώ, 
σε περασμένου χρόνου τόπο, 
να με περιτριγυρίζουν. 
Είδα σπίτι μεγάλο, φωτεινό, σε μέρος όμως σκοτεινό, 
από όπου για χρόνια ήθελα να φύγω... 
Και σκέφτηκα, «ας το αποδεχτώ»,
αυτή είναι η ζωή, τα όμορφα μέσα από τα άσχημα 
και τα άσχημα απ’ τα όμορφα, θα αναβλύζουν.




Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Ανυπόμονο ήμισυ





Οι μελωδίες που ξεχάστηκαν μέσα μας,
επανέρχονται όταν ο καιρός το επιβάλει.
Ξεκινάει τότε να γιορτάζει η ψυχή,
χαρούμενη χορεύει,
με τα άστρα ταξιδεύει,
ξεχνιέται,
λυτρωμένη στο ουράνιο ποτάμι πλανιέται,
ριγεί και αγκομαχά, ιδρώνει, σπαρταρά…
Και ποτέ πια,
ποτέ πια 
ποτέ πια δε μας απαρνιέται!



Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Κάθαρση




Μάζεψα τρία βότσαλα που χτύπησαν στο μάτι μου,
γύρευα για φυλαχτά.
Τα διάλεξα  χωρίς δεύτερη σκέψη,
ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα βότσαλα.
Το τέταρτο μου το χάρισε εκείνη. Η μία.
Με ένα στιγμιαίο χαμόγελο της,
ο ουρανός έγινε ολόλαμπρος και η θάλασσα,
πλημμύρισε την ψυχή μου με αγάπη.
Ο ένοχος που κοιμόταν μέσα μου,
πήρε επιτέλους την απόφαση να φύγει.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

"You did this"











Η εικόνα του χαρτονομίσματος εμπνεύστηκε από τον σύντομο διάλογο που είχε ο Pablo Picasso με έναν αξιωματικό των ναζί αναφορικά με την Guernica,  ένα έργο πολύ ενοχλητικό για τις κατοχικές δυνάμεις...H Guernica ένας πίνακας που αποτύπωνε την φρίκη του πολέμου, την κτηνωδία του βομβαρδισμού του ομώνυμου Ισπανικού χωριού από τις δυνάμεις του Franco σε συνεργασία με τους Χιτλερικούς. Η ερώτηση του αξιωματικού όταν είδε από κοντά τον Pablo Picasso ήταν "Αυτός ο πίνακας. Εσείς το κάνατε αυτό." και η απάντηση του καλλιτέχνη ήταν, "Όχι, εσείς το κάνατε."

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Υπόγεια Επωδός




Εύκολο πάντα να νυχτώνει
είναι  κανονισμένο από παλιά,
δύσκολα κανείς παγώνει
αιμοδιψή τρικέφαλα σκυλιά.

Ένα έμβρυο ωστόσο μεγαλώνει
σε γαλιάντρα και φιλόξενη κοιλιά,
θα ‘χει μάτια φλογισμένα
και μαύρα αχτένιστα μαλλιά.

Σπίρτο ζωηρό να τρεμοπαίζει
σε βαθύ πάτο πηγαδιού,
ως φωνή παραπονιάρα
στην αρχή του τραγουδιού.

Η αγάπη πάντα θα ενώνει
τα κομμάτια της να βρεις,
στάθηκες αμίλητη στο χιόνι
και ευχόσουν πάλι να με δεις.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Νήσος Σίγμα




Ξυπόλυτοι και νηστικοί μα καθόλου βιαστικοί, ανεβήκαμε τη μεγαλύτερη βουνοκορφή. Η διαδρομή είχε φίδια, απόκρημνους γκρεμούς, ρυάκια που γινόντουσαν ποτάμια, ποτάμια που γινόντουσαν καταρράχτες, καταρράχτες που γίνανε ρυάκια. Οι πατούσες ματωμένες , το στομάχι κολλημένο στην πλάτη, αλλά από εκείνη την κορφή φάνηκαν και οι πέντε ήπειροι .

…….


Αδημονούσαμε να φτάσουμε. Όταν αντικρίσαμε το λιμάνι , τίποτα δεν μας κρατούσε. Τρέξαμε σχεδόν ουρλιάζοντας από τη χαρά μας και αγκαλιάσαμε εκείνο το νησί. Πέρασαν χρόνια από τότε και για πάντα, εκεί λες και σταθήκαμε, όμοιοι και χαρούμενοι, άντρες και γυναίκες, σαν πολλές σταγόνες αίμα, να ποτίζουμε τον γυρισμό.

Που ήσουν;


Η νιότη έτρεξε και χάθηκε. Μέσα σε ένα πηγάδι κρύφτηκε όση ώρα την αναζητούσε η απόλυτη ελευθερία.

Duoyu


Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Ο άγγελος κι η μύγα



Ένα σκοτάδι ακόμα
σε ποτήρι χωρά
Ξεδιπλώνει με την ώρα
ξεχύνεται κρυφά.
Πλανιέται πάνω απ’ το χώμα
στους νυχτωμένους λόφους τριγυρνά.

Η μέρα αργεί να έρθει ακόμα,
μα υπάρχουν φυλαχτά.
Ένας αρουραίος ανήσυχος
μέσα από τους θάμνους, τριγύρω του κοιτά.

Ένα σκοτάδι ακόμα
Στοιβάχτηκε με ζόρι
χιλιάδες μυρμήγκια μάζεψαν
τη φετινή τους σοδειά.

Ένα σκοτάδι ακόμα
και αρχίζει να φυσά.
Το σκέπασαν με ύπνο
Και από πάνω έλιωσαν φιλιά.

Μέσα στη νύχτα της μέρας
που δευτερόλεπτα κρατά
στην κορυφή στον αέρα
συναντηθήκαν τυχαία
ο άγγελος και η μύγα
κοιταχτήκαν από κοντά
σαν τυχοδιώκτες που για λίγο
στο δρόμο ο ένας τον άλλο,
κατά λάθος σκουντά.

«Με συγχωρείτε» είπε ο άγγελος,
Ξέροντας καλά….
«Δεν ήθελα να σας σκουντήσω,
μα συμβαίνουν αυτά…»

«Άλλη φορά μπροστά σου να κοιτάζεις!» η μύγα του απαντά.
«Γιατί θα φτύσω με απέχθεια
 στα ολόλευκα σου φτερά!».
Ο άγγελος δεν αποκρίθηκε και συνέχισε ψηλά να πετά.
Είχε να δώσει μα και να πάρει σκιά…
Η μύγα στραβομουτσουνιασμένη,
Συνέχισε και κείνη να πετά.
Είχε να ενοχλήσει,
κόσμο να φτύσει
και να κυλιστεί στα σκατά.



Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ευχαριστιέμαι όσο τίποτα άλλο την δημιουργική διαδικασία της γραφής. 
Αυτή την εποχή γράφω το τέταρτο μου βιβλίο και είναι μιθυστόρημα με τίτλο (πιθανόν) "Ονειροβγάλτες"...Ορισμένα αποσπάσματα έχουν δημοσιευθεί στο blog και στο διαδικτυακό περιοδικό Λύκος, όπως το ποίημα "Ονείρου συντεταγμένες" και "Ονειροβγάλτες".
Ευελπιστώ σε λίγους μήνες να το ολοκληρώσω και φυσικά να καταφέρω να το εκδώσω. 
Αν τα καταφέρω , θα είναι το δεύτερο μου βιβλίο, μετά από οκτώ χρόνια, που θα έχει δημοσιευθεί.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Στους ποιητές δασκάλους







Στην συμβολή των γενεών και των στροβιλιζόμενων αιώνων, πάλεψε για να υψώσει τη ματιά της λογικής.
Έδειχνε να μην καταλαβαίνει το εξής: πως απαιτούν με μίσος, να αγαπάς.
Άνηκε σε ένα πολύ ανήσυχο ρεύμα, του οποίου η ενέργεια ήταν ανεξιχνίαστη.
Περιπλανήθηκε από ζωή σε ψυχή και από χρόνο σε χώρο χωρίς να φοβηθεί μη λασπωθεί στο δρόμο.
Αντιστέκομαι στην ιδέα του θανάτου, δημιουργώντας.
Σε ευχαριστώ που μου το έμαθες.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Οι φτωχοδιάβολοι



Δεκάδες μικρά πλάσματα,
με χαρούμενους καλικάντζαρους μοιάζουν.
Ανατολικά των λέξεων κοιτούν με απορία
την μεγάλη έκρηξη φωτός που ακολούθησε,
με αφορμή την στέψη στεγνής άρνησης, σε αγύριστο κεφάλι.
Αναμειγνύουν με ύφος συνωμοτικό πίσσα και κρασί
και πασαλείβουν με μανία έναν καμβά πάνω από την άκρη της πόλης.
Ακούραστα τραγουδούν μονότονους σκοπούς
ζωγραφίζοντας  με μεράκι και φαντασία περισσή
τον αποψινό χάρτη ονείρων.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Συλλογικό





Σμέρνες στο χώμα
διαπλέκουν τα κορμιά τους,
γιγαντιαίο γρανάζι,
το έδαφος σκεπάζει
με την ασχήμια των Λαιστρυγονικών ματιών τους,
τα πιο εύφορα μας χρόνια.


Αγκάθινα στεφάνια
αίμα ευωδιάζουν
Τα κορίτσια μωβ γαρύφαλλα π’ ανθίζουν
Κάθε μέρα Κυριακή 
Συνταξιούχοι εραστές
Οι μνήμες μας φτωχές - είμαι άνεργος μωρό μου
και δεν έχω πια ζωή


Ο ρυθμός ένα έναυσμα.
Κάτι παραπέρα, εκεί πιο πάνω
μια μελωδία θα ορίσει τη νίκη
ενάντια στο ψυχρό παραλογισμό
ενάντια στον τρόμο,
του απόλυτου «εγώ». 

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013

“Ονειροβγάλτες”



"Βρες την σχεση σου με τις τρείς έννοιες που ορίζουν την ζωή. Τρείς έννοιες που  πολλοί άνθρωποι χάθηκαν για πάντα με τον α ή β τρόπο ψάχνοντας τις.  Ακόμα και αυτοί που βρήκαν τη σημασία των εννοιών αυτών λένε πως χάθηκαν. Αυτοπροσδιορίσου στα πλαίσια της παγωμένης ζούγκλας."

Χειμωνιάτικο τοπίο σε μια εγκαταλελειμμένη πόλη, με το πνευματικό χάσμα να μεγαλώνει ανάμεσα μας. Ένα κακομαθημένο παιδί πηδάει από την μία πλευρά στην άλλη τραγουδώντας υστερικά  «Λύκε λύκε είσαι εδώ;»
 Και καθώς το χάσμα μεγαλώνει από το βάθος του κενού του, αναδύονται – θα περίμενε κανείς , τέρατα και επικίνδυνους ληστές με φονικά όπλα στους ώμους – εκατομμύρια ιπτάμενες ανθρώπινες σιλουέτες , θολές από την ταχύτητα που πέταγαν και εκθαμβωτικές από την λάμψη που εξέπεμπαν…
«Πνεύματα!!!… Κοίτα στον ουρανό!! ψάξε πιο καλά!!» μου είπες, είναι πάρα πολλά… Δεν είναι  πουλιά, μα ούτε και φαντάσματα, σαν να περίμεναν την ώρα της απελευθέρωσης τους αιώνες, ξεχύνονται μέσα στο σκοτάδι ,να αναφλέξουν τα σύννεφα με την σπασμωδική λύτρωση τους.
 Στο βάθος ήταν εκείνη. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι ήταν και εκείνη ένα από αυτά... Όταν την είχα δει για τελευταία φορά ήταν όμορφη και γλυκιά, λεπτεπίλεπτη και διακριτική, ήταν ζωντανή. Τι να της συνέβηκε  άραγε από τότε; Δεν μας είχε προσέξει εμάς τους δεκάδες, φοβισμένους από το θέαμα, Ονειροβγάλτες.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δεν φαινόντουσαν πάρα πολύ καλά. Ήταν σαν να κολυμπάει στον αέρα μαζί με το σμήνος των υπολοίπων. Ένα παγωμένο ρίγος τίναξε την πλάτη μου για μια στιγμή , ήξερα ότι για να είναι εκείνη εκεί θα είναι και άλλοι. Δεν ήξερα άμα ήθελα να τους δω όλους τους.
Ήταν τόσο θορυβώδες θέαμα από το σκίσιμο των αιθέρων και τον περίεργο ήχο που έβγαζαν καθώς πετούσαν. Κρύφτηκα μαζί με την Β πίσω από ένα τεράστιο πλατάνι. Εκείνη μου έσφιγγε το χέρι , δαγκώνοντας ταυτόχρονα τα χείλη από τον φόβο της. Δεν μπορεί να κρατήσει αυτό για πολύ σκέφτηκα. Κάπου θα κατευθυνθούν όλες αυτές οι ιπτάμενες οντότητες.
Πάντως δεν έδειχναν να θέλουν να κάνουν κακό σε κάποιον από εμάς και αποκλείεται να μην μας είχαν δει. Μπροστά στην ελευθερία που τους προέκυψε μέσα σε τούτο τον γκρι Χειμώνα, ο οποίος είχε προστεθεί, με ποιος ξέρει πόσους άλλους Χειμώνες, πάνω από τη λάσπη που τα είχαν θάψει τόσα χρόνια πριν, τίποτα άλλο δεν έμοιαζε ελκυστικό, όσο μια άναρχη και σπασμωδική βόλτα στον σκοτεινό ουρανό, στριγγλίζοντας , ουρλιάζοντας από χαρά και ικανοποίηση για ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα.