Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015
Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015
Σελίδες
Γύρισα τη σελίδα που είχε σκεπάσει τη ζωή μου
κι ανακάλυψα πως,
όσες κι αν μας έχουν απομείνει,
όλες κρύβουν μέσα ιστορίες, γραμμένες και ραμμένες, αποκλειστικά για τον καθένα.
Σαν κοστούμια αχρηστευμένα,
σα φωτεινές Παρασκευές,
σα γεμάτα τρένα.
Που όλο πρόφταιναν να γυρίσουν πίσω πριν τον ερχομό,
λευκές κενές σελίδες που μοιάζουν στον καθένα.
κι ανακάλυψα πως,
όσες κι αν μας έχουν απομείνει,
όλες κρύβουν μέσα ιστορίες, γραμμένες και ραμμένες, αποκλειστικά για τον καθένα.
Σαν κοστούμια αχρηστευμένα,
σα φωτεινές Παρασκευές,
σα γεμάτα τρένα.
Που όλο πρόφταιναν να γυρίσουν πίσω πριν τον ερχομό,
λευκές κενές σελίδες που μοιάζουν στον καθένα.
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015
Κυριακή 26 Ιουλίου 2015
Σάββατο 13 Ιουνίου 2015
Θυσιάζοντας ελευθερία ή αγάπη
Τα έφηβα αρνάκια
γλυκό αίμα καθώς τα θυσιάζουν
προσφέρουν - για τα ίδια - πραξικοπιματική θυσία
καθώς έχουν χρόνο ακόμα
πριν συλληφθούν
ερωτεύονται δεν βελάζουν, πιο πολύ μοιάζουν να νιαουρίζουν
στα κολλώδη πεζοδρόμια της πόλης
μέσα στους απογευματινούς μονόδρομους
στο μεταίχμιο άνοιξης και καλοκαιριού
πάνω στη στροφή των καιρών φιλιούνται με το ένα μάτι ο καθένας
ίσια στο δρόμο
και το άλλο ηδονικά κλειστό
τότε που όλη η φύσης συσπάται
οργασμικά, από ενέργεια, ρυθμό και θέρμη,
τότε που μας στερούσαν και σε εμάς την ίδια τη ζωή, τη
γνώση και τη μάθηση έξω
από αίθουσες και τάξεις κλάσεις κάστες
πάστες και οδοντόπαστες
όμως χαραμίζαμε και εμείς σαν αρνάκια άβουλα τα καλοκαίρια μας
εκεί στην παντοτινή γιορτινή αρχή τους
που ήταν πάντα άναρχη
γλυκιά καθώς βράδιαζε
μιλιούνια τα κουνούπια
τα κορίτσια με δαγκωματιές στα γόνατα τη πλάτη αφαλό
κι όμως που λες δεν ξέρουν πως η ζωή
μέλει να είναι άδικη
πλανεύτρα μα και ψεύτρα, δεν υπάρχει κάποιος ζωντανός θνητός
που δε θα πληγωθεί,
γιατί μάλλον υποθέτω έτσι πρέπει
και πως αυτός είναι ο τρόπος
και πως αν ο δρόμος που επιλέξουν στη ζωή θα ναι δεσμευτικός
φρόνιμος νομοταγής
ραντεβού στις 8 μπροστά στη τιβί
στον αγαπημένο τους καναπέ
με τα κινητά ανά χείρας
ζευγάρι τέλειο μιας και έκανε και παιδιά
λες και αυτό είναι το έπαθλο
και όχι να τα μεγαλώσεις ηθικούς ανθρώπους
θα πληγωθούν σίγουρα πιο πολύ
και αν επιλέξουν στο μέλλον
που λες τα αρνάκια μας
τα λευκά, που μυρίζουν ακόμα
βούτυρο ευαισθησίας, φιλότιμου, δίψα για γνώση
έτοιμα για αυτοθυσία
υπέρβαση, λύσσα για συνεχή επικοινωνία
επιλέξουν ζωή ανεξάρτητη λεύτερη και φωτεινή
θα σφαδάζουν στα κακοτράχαλα
καθώς ανηφορίζουν τη ζωή, πολύ λιγότερο,
μα θα ναι που θα ναι η διαδρομή σιωπηλή μοναχική
για πάντα ως το άπειρο.
γλυκό αίμα καθώς τα θυσιάζουν
προσφέρουν - για τα ίδια - πραξικοπιματική θυσία
καθώς έχουν χρόνο ακόμα
πριν συλληφθούν
ερωτεύονται δεν βελάζουν, πιο πολύ μοιάζουν να νιαουρίζουν
στα κολλώδη πεζοδρόμια της πόλης
μέσα στους απογευματινούς μονόδρομους
στο μεταίχμιο άνοιξης και καλοκαιριού
πάνω στη στροφή των καιρών φιλιούνται με το ένα μάτι ο καθένας
ίσια στο δρόμο
και το άλλο ηδονικά κλειστό
τότε που όλη η φύσης συσπάται
οργασμικά, από ενέργεια, ρυθμό και θέρμη,
τότε που μας στερούσαν και σε εμάς την ίδια τη ζωή, τη
γνώση και τη μάθηση έξω
από αίθουσες και τάξεις κλάσεις κάστες
πάστες και οδοντόπαστες
όμως χαραμίζαμε και εμείς σαν αρνάκια άβουλα τα καλοκαίρια μας
εκεί στην παντοτινή γιορτινή αρχή τους
που ήταν πάντα άναρχη
γλυκιά καθώς βράδιαζε
μιλιούνια τα κουνούπια
τα κορίτσια με δαγκωματιές στα γόνατα τη πλάτη αφαλό
κι όμως που λες δεν ξέρουν πως η ζωή
μέλει να είναι άδικη
πλανεύτρα μα και ψεύτρα, δεν υπάρχει κάποιος ζωντανός θνητός
που δε θα πληγωθεί,
γιατί μάλλον υποθέτω έτσι πρέπει
και πως αυτός είναι ο τρόπος
και πως αν ο δρόμος που επιλέξουν στη ζωή θα ναι δεσμευτικός
φρόνιμος νομοταγής
ραντεβού στις 8 μπροστά στη τιβί
στον αγαπημένο τους καναπέ
με τα κινητά ανά χείρας
ζευγάρι τέλειο μιας και έκανε και παιδιά
λες και αυτό είναι το έπαθλο
και όχι να τα μεγαλώσεις ηθικούς ανθρώπους
θα πληγωθούν σίγουρα πιο πολύ
και αν επιλέξουν στο μέλλον
που λες τα αρνάκια μας
τα λευκά, που μυρίζουν ακόμα
βούτυρο ευαισθησίας, φιλότιμου, δίψα για γνώση
έτοιμα για αυτοθυσία
υπέρβαση, λύσσα για συνεχή επικοινωνία
επιλέξουν ζωή ανεξάρτητη λεύτερη και φωτεινή
θα σφαδάζουν στα κακοτράχαλα
καθώς ανηφορίζουν τη ζωή, πολύ λιγότερο,
μα θα ναι που θα ναι η διαδρομή σιωπηλή μοναχική
για πάντα ως το άπειρο.
Τρίτη 9 Ιουνίου 2015
Για όλα όσα
Για όλα όσα, έρθουν μόνα τους
και ξαναφυγουν μόνα,
για όλα όσα θες για μια εικόνα
ένα βιτρινάτο έμβρυο
σου γνέφει απειλητικά
για όλα όσα έχασα μαζί σου
έχασες μαζί μου
όταν ζούσες στο νησί μου
τα μύρια όσα είν΄α ρθουν
ευλογημένα να 'ναι όλα
απρόσμενα γλυκά εύχομαι να ναι
τα χίλια πόσα χείλια είν' α φύγουνε κι αυτά
στο καλό εύχομαι να πάνε
μη ξεχάσουν ποτέ τη καρδιά τους να γλεντάνε
για όλα όσα κέρδισα σε μια βραδιά
και τώρα που λες, όλες οι πόρτες τρίζουν και παραμιλάνε
για όλα όσα στο δέρμα μου χάραξα βαθιά
ένα πρωινό φυλαχτά
που έχουν σκοπό κακό για όσα μας πονάνε
για όλα όσα πίστεψα ότι πιστεύω,
μαζί τους κάνε να αγναντεύω
ουρανό, πανιά ρούμι και βροχή
ας είναι νεκρά
ας είναι και ζωντανά κάνε θέ μου να ναι,
ας είναι και θολά σαν τους εφιάλτες μας
ας είναι καλύτερα χαρούμενα και φωτεινά σαν τη λευτεριά...
Photography - Henri Cartier-Bresson
και ξαναφυγουν μόνα,
για όλα όσα θες για μια εικόνα
ένα βιτρινάτο έμβρυο
σου γνέφει απειλητικά
για όλα όσα έχασα μαζί σου
έχασες μαζί μου
όταν ζούσες στο νησί μου
τα μύρια όσα είν΄α ρθουν
ευλογημένα να 'ναι όλα
απρόσμενα γλυκά εύχομαι να ναι
τα χίλια πόσα χείλια είν' α φύγουνε κι αυτά
στο καλό εύχομαι να πάνε
μη ξεχάσουν ποτέ τη καρδιά τους να γλεντάνε
για όλα όσα κέρδισα σε μια βραδιά
και τώρα που λες, όλες οι πόρτες τρίζουν και παραμιλάνε
για όλα όσα στο δέρμα μου χάραξα βαθιά
ένα πρωινό φυλαχτά
που έχουν σκοπό κακό για όσα μας πονάνε
για όλα όσα πίστεψα ότι πιστεύω,
μαζί τους κάνε να αγναντεύω
ουρανό, πανιά ρούμι και βροχή
ας είναι νεκρά
ας είναι και ζωντανά κάνε θέ μου να ναι,
ας είναι και θολά σαν τους εφιάλτες μας
ας είναι καλύτερα χαρούμενα και φωτεινά σαν τη λευτεριά...
Photography - Henri Cartier-Bresson
Ετοιμος
-Έτοιμος;
-Έτοιμος!
Κι αυτό, με τόση άνεση επειδή ο κοινός μας παρανομαστής είναι ένας.
Το ταξίδι. Το γονίδιο μας έχει σχήμα δρόμου,
οι κόρες των ματιών μας φλέγονται σε ηλιοβασιλέματα,
ενώ οι φλέβες μας, αυτές οι διακλαδώσεις σε σχήμα κλαδιών,
βράζουν κοχλάζουν αδημονούν, αναριγούν
και μόνο στην ιδέα
του έρωτα,
ανυπομονούν να αρπάξουν φωτιά,
σα φλεγόμενα σύννεφα να πετάξουν παραπέρα...
-Δεν είναι σκολίωση. Είναι η βάση των φτερών που σου έσπασαν."
-Α οκ.
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015
Πέμπτη 14 Μαΐου 2015
Υπήκοοι από τζάκι
Ξέχασαν να τους ζευγαρώσουν
και πνίγηκαν μαζί με την ανέραστη
έκφραση, μέσα σε μια κουταλιά νερό,
και όλο απορούσαν γιατί χαμογελώ
καθώς αποχαιρετώ
τον δικό τους ουρανό
Λες και δεν έχει άλλο χώρο
εδώ έξω
να αναδυθώ
απ' το λαίμαργο τους σκοτάδι
σαν μέσα από πηγάδι
η μυρωδιά τους μου προκαλούσε
φαγούρα στα σωθικά
αγουροξυπνημένο λυκόπουλο
ολόβρεχτο
καθώς βάδιζα στη νυχτωμένη τους πόλη
αντίκρισα
όλους τους γόνους τους κατά σειρά
να χασμουριούνται με πάθος
ή να ερωτοτροπούν μεταξύ τους
άραγε ποιος είναι τώρα ζώο
σαν να μην υπήρξανε ποτέ
και με έπιασε πλήξη
ενώ η βρώμικη τους φωλιά
έζεχνε φιλιά
έβαλα που λες φωτιά
το παραδέχομαι
στα όνειρα τους
που μας ήθελαν κουτσούς
άβουλους
βουβούς
και βουρκωμένους υπηκόους.
και πνίγηκαν μαζί με την ανέραστη
έκφραση, μέσα σε μια κουταλιά νερό,
και όλο απορούσαν γιατί χαμογελώ
καθώς αποχαιρετώ
τον δικό τους ουρανό
Λες και δεν έχει άλλο χώρο
εδώ έξω
να αναδυθώ
απ' το λαίμαργο τους σκοτάδι
σαν μέσα από πηγάδι
η μυρωδιά τους μου προκαλούσε
φαγούρα στα σωθικά
αγουροξυπνημένο λυκόπουλο
ολόβρεχτο
καθώς βάδιζα στη νυχτωμένη τους πόλη
αντίκρισα
όλους τους γόνους τους κατά σειρά
να χασμουριούνται με πάθος
ή να ερωτοτροπούν μεταξύ τους
άραγε ποιος είναι τώρα ζώο
σαν να μην υπήρξανε ποτέ
και με έπιασε πλήξη
ενώ η βρώμικη τους φωλιά
έζεχνε φιλιά
έβαλα που λες φωτιά
το παραδέχομαι
στα όνειρα τους
που μας ήθελαν κουτσούς
άβουλους
βουβούς
και βουρκωμένους υπηκόους.
Σάββατο 2 Μαΐου 2015
Τετάρτη 29 Απριλίου 2015
Τρέχαμε Μερόνυχτα
Σήμερα η νύχτα
νόμος του εργάτη
κάθε νύχτα
του φωτός
πολλές μέρες
της ηθικής
ήταν νύχτα
της ψυχικής ανάπλασης συντηρητής
των εσωτικών τοπίων
και οι μέρες μετράγανε
μπροστά στη φωτιά
ο αδερφός του Γαβριήλ
του ξυλουργού ανεψιός
αναζητεί απαντήσεις
θέτει σταθμά
και άνομες στιγμές χαράς
μη ξεχάσουμε να σπάσουμε
σαν τρυφερή κρυφή κρούστα
την υπέρτατη θειική
παρθενία της Μαγδαληνής
μυστικό
και σούσουρο στα σοκάκια που με σταύρωσαν
ήμουν ληστής σαν τα αδέρφια μου
Οι Ρωμαίοι μας ξέκαναν
μας κρέμασαν ανάποδα
μας έλιωσαν στο ξύλο
με πρόσωπα
από φυσιογνωμια μικροβίου
που τρώει και αρρωσταίνει την ανθρώπινη ιστορία
κύκλος τέλειος
που σκάει
διαδοχικά
αγόρια και κορίτσια
ξεχύθηκαν
στα άστρα
απάνω ψηλά
κραυγές
ξεστόμιζαν καθώς τη μέρα
νύχτωναν
διψούσαν για ζωή ρε.
νόμος του εργάτη
κάθε νύχτα
του φωτός
πολλές μέρες
της ηθικής
ήταν νύχτα
της ψυχικής ανάπλασης συντηρητής
των εσωτικών τοπίων
και οι μέρες μετράγανε
μπροστά στη φωτιά
ο αδερφός του Γαβριήλ
του ξυλουργού ανεψιός
αναζητεί απαντήσεις
θέτει σταθμά
και άνομες στιγμές χαράς
μη ξεχάσουμε να σπάσουμε
σαν τρυφερή κρυφή κρούστα
την υπέρτατη θειική
παρθενία της Μαγδαληνής
μυστικό
και σούσουρο στα σοκάκια που με σταύρωσαν
ήμουν ληστής σαν τα αδέρφια μου
Οι Ρωμαίοι μας ξέκαναν
μας κρέμασαν ανάποδα
μας έλιωσαν στο ξύλο
με πρόσωπα
από φυσιογνωμια μικροβίου
που τρώει και αρρωσταίνει την ανθρώπινη ιστορία
κύκλος τέλειος
που σκάει
διαδοχικά
αγόρια και κορίτσια
ξεχύθηκαν
στα άστρα
απάνω ψηλά
κραυγές
ξεστόμιζαν καθώς τη μέρα
νύχτωναν
διψούσαν για ζωή ρε.
Τετάρτη 8 Απριλίου 2015
Μοιραία πτήση
Νηνεμία
σηψαιμία
γάγγραινα πριν απο τη σιωπή.
Πριν από τον ξαφνικό ορυμαγδό των έσω μου
τοπίων
των οποίων
κοχλάζει η θάλασσα τους
Στάζει ο ουρανός τους υγρά και ψιθύρους
Και η γης της μέσα μας πατρίδας δεν έχει σημαία
μόνο κοντάρι μακρύ βαρύ περήφανο
που σχίζει τις νύχτες σαν σάρκα στα δυό
είπα να βγω από δω μέσα
με σταμάτησες με σάλια
καπνό και μελανιές
και έφυγες σαν χτες
μα δεν πρόκαμες
αν θες
πως να το πω
στη γλώσσα σου
απάνω κοιμάμαι ακόμα
μέρες θρηνώ
νύχτες γλεντώ
μέσα στο πιο νοερό σου ψέμα
και κάνει μπαμ μπούμ
η καρδιά μου
εκρήξεις άναρχες σποραδικές
μα η επιρροή μεγάλη
το γραψα και στο πιο μικρο μπουκάλι
σημείωμα ήσουν
πως δεν θα ξαναρθείς
μέσα μου
στο πιο χρωματιστό ακρογιάλι
γυρεύεις αλήθειες για να βρεις
γυμνή στη κουζίνα κάνεις νύχια
και τρως πορτοκάλι
η εκείνο σε εφαγε δεν θυμαμαι ποτέ καλά
λεπτομέρειες που τσάκισαν τα μάτια μου
και τις γυρευω κάθε βράδυ που το κρασί σου ξερνώ
και ψάχνω απάντηση μέσα στα κομμάτια μου
σαν αεροπλάνο μοιραίο σε ακολουθώ
πριν πέσω κάνω νάζια στον αέρα
ξέρω όμως καλά μέσα μου πως θα συντριβώ
στο μέσα μου τοπίο
στείλε διασώστες κατάρες ή βρισιές
χαμογελαστός και τσακισμένος
θα στέκω στο πιο όμορφο βουνό
μα εσυ ακόμα θα σαι από κάτω.
σηψαιμία
γάγγραινα πριν απο τη σιωπή.
Πριν από τον ξαφνικό ορυμαγδό των έσω μου
τοπίων
των οποίων
κοχλάζει η θάλασσα τους
Στάζει ο ουρανός τους υγρά και ψιθύρους
Και η γης της μέσα μας πατρίδας δεν έχει σημαία
μόνο κοντάρι μακρύ βαρύ περήφανο
που σχίζει τις νύχτες σαν σάρκα στα δυό
είπα να βγω από δω μέσα
με σταμάτησες με σάλια
καπνό και μελανιές
και έφυγες σαν χτες
μα δεν πρόκαμες
αν θες
πως να το πω
στη γλώσσα σου
απάνω κοιμάμαι ακόμα
μέρες θρηνώ
νύχτες γλεντώ
μέσα στο πιο νοερό σου ψέμα
και κάνει μπαμ μπούμ
η καρδιά μου
εκρήξεις άναρχες σποραδικές
μα η επιρροή μεγάλη
το γραψα και στο πιο μικρο μπουκάλι
σημείωμα ήσουν
πως δεν θα ξαναρθείς
μέσα μου
στο πιο χρωματιστό ακρογιάλι
γυρεύεις αλήθειες για να βρεις
γυμνή στη κουζίνα κάνεις νύχια
και τρως πορτοκάλι
η εκείνο σε εφαγε δεν θυμαμαι ποτέ καλά
λεπτομέρειες που τσάκισαν τα μάτια μου
και τις γυρευω κάθε βράδυ που το κρασί σου ξερνώ
και ψάχνω απάντηση μέσα στα κομμάτια μου
σαν αεροπλάνο μοιραίο σε ακολουθώ
πριν πέσω κάνω νάζια στον αέρα
ξέρω όμως καλά μέσα μου πως θα συντριβώ
στο μέσα μου τοπίο
στείλε διασώστες κατάρες ή βρισιές
χαμογελαστός και τσακισμένος
θα στέκω στο πιο όμορφο βουνό
μα εσυ ακόμα θα σαι από κάτω.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
Ανοιξιάτικος εσπερινός
Ο ερωτας είναι σαν ατέρμονος χορός που σα σταγόνα σκάει στη γλώσσα της φύσης την Άνοιξη, έτσι οξύμωρος και χαμογελατός, αδρανής και σκεπτικός διόλου, μετά από 8 σκοτεινούς μήνες αβεβαιότητας, φωτιάς και προσκρούσεων σε θάλασσες που προσκυνάν την Ηπειρο σου σα μωβ πεταλούδα πάνω από το παράθυρο μιλας μια γλώσσα κουβανέζικα θα ειναι κι ολο κλαις χορευοντας τσά τσα γλείφοντας στο περβάζι σου την νύχτα.
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015
ξύπνησαν πάλι
ξύπνησαν πάλι
οι στρόβιλοι
που αναβοσβήνουν
τη ψυχή μου
τυφώνας εικόνων
στο παγωμένο μου κεφάλι
και όλο αναρωτιέσαι
τι άλλο έχω να δω
τέλειωσε άλλη μια κραιπάλη
και πάλι
τι να ναι αυτό που αναζητώ
που θέλω δίπλα του να καίω
σα λαμπάδα περίτρανα
στα βλέμμα της βαθιά να αποκαώ
να τραγουδώ σαν μαύρος καψαλιασμένος κύκνος
πόσο άρρωστα χρόνια έζησα ως άνθρωπος
και πώς οι άνθρωποι αρρωσταίνουν ανθρώπους
και οι άλλοι μισοί αρρωσταίνουν για ανθρώπους
και πως ξεχάσαν το θεό
που έλεγε ο καπετάν Νικόλας
που μας πήγαινε στο πιο όμορφο νησί
Χρυσή καρδιά στα χέρια μου κρατώ
και σαν την ελιά
που μοίραζαν συντροφιά
απάνω στα βουνά
το μαύρο θε να κάψω
να σε φιλώ σαν πέφτει παγωνιά
να σε σβήνω κάθε που θα φλέγεσαι!
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015
Mωβ γεγονός
Τα συμπτωματικά γεγονότα, που διέπουν την ζωή,
ατενίζοντας το χωροχρονικό άπειρο, είναι κάτι πικρόχολα
μώβ πλασματάκια που θα σου επιβάλουν να τα χαιδέψεις
γκρινιάζοντας αφόρητα χωρίς λόγο.
Διαπλανητικές έλξεις συμπαραστέκονται στο συμβάν καπνίζοντας ελπιδοφόρα.
Ξύπνα. Δουλεύεις ρε.
Ταξιδάκι μεσημεριανό και αμέριμνο ήταν,
όπου με μερικές κλεφτές ματιές,
ζεστάθηκα για θρήνο.
Ξύπνα. Δουλεύεις!
ατενίζοντας το χωροχρονικό άπειρο, είναι κάτι πικρόχολα
μώβ πλασματάκια που θα σου επιβάλουν να τα χαιδέψεις
γκρινιάζοντας αφόρητα χωρίς λόγο.
Διαπλανητικές έλξεις συμπαραστέκονται στο συμβάν καπνίζοντας ελπιδοφόρα.
Ξύπνα. Δουλεύεις ρε.
Ταξιδάκι μεσημεριανό και αμέριμνο ήταν,
όπου με μερικές κλεφτές ματιές,
ζεστάθηκα για θρήνο.
Ξύπνα. Δουλεύεις!
Σάββατο 7 Μαρτίου 2015
Νεφέλη
Μου πες
"φοβάμαι τη βροχή."
Σου είπα από κει βγήκες
Είπες φοβάμαι τη σιωπή
και έπειτα από λίγη από δαύτη σου απάντησα "σε αυτή σε βρήκα..."
Μετά είπες "φοβάμαι τη φωτιά"
και σε ρώτησα "οποιαδήποτε;"
Αυτή που από σπινθήρισμα των βλεφάρων σου, αρπάξανε όλοι οι δρόμοι της πόλης, απόψε.
Μη φοβάσαι
άνοιξε να επιπλεύσω μαζί σου από πάνω της.
"φοβάμαι τη βροχή."
Σου είπα από κει βγήκες
Είπες φοβάμαι τη σιωπή
και έπειτα από λίγη από δαύτη σου απάντησα "σε αυτή σε βρήκα..."
Μετά είπες "φοβάμαι τη φωτιά"
και σε ρώτησα "οποιαδήποτε;"
Αυτή που από σπινθήρισμα των βλεφάρων σου, αρπάξανε όλοι οι δρόμοι της πόλης, απόψε.
Μη φοβάσαι
άνοιξε να επιπλεύσω μαζί σου από πάνω της.
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015
Τα μπάσταρδα παιδιά του Ιησού (για τα αστρικά αδέρφια μου)
Η ύπαρξη ανήκει στο όλο
Το όλο ανήκει στο σύμπαν
Το σύμπαν ανήκει σ' εμάς
Όσο πιο γρήγορα ερωτευτούμε την ύπαρξη και το όλο,
τόσο πιο εύκολα θα είμαστε παντού
Παραλληλόγραμες οδοί ανατέλουν αίμα,
φάουσα, νεύρα και φωνές
Ήσουν κομμάτι τους μα έσπασες
Και από το κενό γεννήθηκε κοράκι
Και το κοράκι ερωτεύτηκε ψοφίμι
το κοράκι ακίνητο, ψυχρό, αμίλητο
Είχε κατακτήσει το κενό της καρδιάς σου
η αγέλη του πολύπλευρου εαυτού
δε χωράει πια σ' εσένα
γιατί η αγέλη του ουρανού
Υπηρετεί μια γέννα.
ο Θανάσης άδραξε τον ουρανό
και ο Άδης ξεπόρτισε να δει το φως μαζί με εμένα
σαν παιδί ο πρίγκιπας ξανθός
Βρήκε το δίδυμο εαυτό του
Μα καλώς η΄κακώς ήταν νάρκισσος και αυτός
Και συνάντησε τον Κίμ
Παρδαλός πάνας
Κερατοφόρος, λάγνος εραστής
Στυγνός κουκουλοφόρος
Και κάθε που συνάνταγε το δίαυλο
Που χάιδευε ο Θησέας
Κάθε που η Αριάδνη μπέρδευε
γυαλιά, καρφιά, πουτάνα όλα
Ήμουν και εγώ αδέρφια μου στο βάλτο ως τα μάτια
μα τώρα από τον έβδομο
σπάω τη θλίψη σας κομμάτια
Το όλο ανήκει στο σύμπαν
Το σύμπαν ανήκει σ' εμάς
Όσο πιο γρήγορα ερωτευτούμε την ύπαρξη και το όλο,
τόσο πιο εύκολα θα είμαστε παντού
Παραλληλόγραμες οδοί ανατέλουν αίμα,
φάουσα, νεύρα και φωνές
Ήσουν κομμάτι τους μα έσπασες
Και από το κενό γεννήθηκε κοράκι
Και το κοράκι ερωτεύτηκε ψοφίμι
το κοράκι ακίνητο, ψυχρό, αμίλητο
Είχε κατακτήσει το κενό της καρδιάς σου
η αγέλη του πολύπλευρου εαυτού
δε χωράει πια σ' εσένα
γιατί η αγέλη του ουρανού
Υπηρετεί μια γέννα.
ο Θανάσης άδραξε τον ουρανό
και ο Άδης ξεπόρτισε να δει το φως μαζί με εμένα
σαν παιδί ο πρίγκιπας ξανθός
Βρήκε το δίδυμο εαυτό του
Μα καλώς η΄κακώς ήταν νάρκισσος και αυτός
Και συνάντησε τον Κίμ
Παρδαλός πάνας
Κερατοφόρος, λάγνος εραστής
Στυγνός κουκουλοφόρος
Και κάθε που συνάνταγε το δίαυλο
Που χάιδευε ο Θησέας
Κάθε που η Αριάδνη μπέρδευε
γυαλιά, καρφιά, πουτάνα όλα
Ήμουν και εγώ αδέρφια μου στο βάλτο ως τα μάτια
μα τώρα από τον έβδομο
σπάω τη θλίψη σας κομμάτια
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014
Σημειώσεις ΙΙ
Θέλουμε Λούνα πάρκ. Απ' τα δικά μας!!!
Όλοι είναι πεπεισμένοι ότι θα γίνει αυτό που θέλουν,
αρκεί να τους βολεύει.
Πολιτικό πουταναριό. Έχω εφιάλτες με συντέλειες και ζόμπι. Πόσο πιο κάτω;
Ο Θεός είναι μεγάλος. Ασύλληπτα μεγάλος. Απλά έχει άλλο όνομα.
Ανακάλυψε τη διαδικασία αναπαραγωγής και τα παράγωγα της.
Στα μάτια μου ήσουν κρύσταλλος με αλμύρα.
Τα κορίτσια είναι όλα όμορφα. Παντού!
Σε κάθε σημείο του χωροχρονικού μπάχαλου
στο κεφάλι μίας στρίγκλας κοινωνίας.
-Πως με κόβεις;
-Πες μου που πας, που πατάς και σε τι πιστεύεις ότι πιστεύεις.
-Η Μήδεια είναι υπαρκτό πρόσωπο πλέον;
-Τα παιδιά που σκοτώνονται άδικα, περιμένουν όλα μαζί,
σε μια χώρα σε μια άλλη διάσταση, να το κρίνουν.
-Τέλος πάντων. Τι θα κάνεις ; Θα την δεις ;
-Όχι
-Γιατί;
-Γιατί δεν με είδε. Είχε σκουριά στα χέρια της και λερωμένα μάτια.
Έπειτα, το χαμόγελο θέλει πόνο
και ο πόνος θέλει έρωτα
μα ο έρωτας δεν φτάνει μόνο
να σκοτώνουμε αγκαλιά τα έρποντα.
Όλοι είναι πεπεισμένοι ότι θα γίνει αυτό που θέλουν,
αρκεί να τους βολεύει.
Πολιτικό πουταναριό. Έχω εφιάλτες με συντέλειες και ζόμπι. Πόσο πιο κάτω;
Ο Θεός είναι μεγάλος. Ασύλληπτα μεγάλος. Απλά έχει άλλο όνομα.
Ανακάλυψε τη διαδικασία αναπαραγωγής και τα παράγωγα της.
Στα μάτια μου ήσουν κρύσταλλος με αλμύρα.
Τα κορίτσια είναι όλα όμορφα. Παντού!
Σε κάθε σημείο του χωροχρονικού μπάχαλου
στο κεφάλι μίας στρίγκλας κοινωνίας.
-Πως με κόβεις;
-Πες μου που πας, που πατάς και σε τι πιστεύεις ότι πιστεύεις.
-Η Μήδεια είναι υπαρκτό πρόσωπο πλέον;
-Τα παιδιά που σκοτώνονται άδικα, περιμένουν όλα μαζί,
σε μια χώρα σε μια άλλη διάσταση, να το κρίνουν.
-Τέλος πάντων. Τι θα κάνεις ; Θα την δεις ;
-Όχι
-Γιατί;
-Γιατί δεν με είδε. Είχε σκουριά στα χέρια της και λερωμένα μάτια.
Έπειτα, το χαμόγελο θέλει πόνο
και ο πόνος θέλει έρωτα
μα ο έρωτας δεν φτάνει μόνο
να σκοτώνουμε αγκαλιά τα έρποντα.
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014
Σημειώσεις Ι
-Ρε σημειωματάριο; Πώς είσαι έτσι;
-Τί εννοείς;
-Είσαι μικρό δίχρωμο
-Και;
-Έλα νταξ, σε πειράζω.
-Άντε ρε γαμήσου
-Ρε σημειωματάριο, ειλικρινά τώρα, θα μου πεις τι απέμεινε λίγο πριν τη μάχη;
-Έχω την αίσθηση ότι η μάχη υπήρχε πάντα. Όλα όσα είχες όταν ξεκίνησες, έχεις και τώρα.
-Η αγάπη είναι καταφύγιο;
-Η αγάπη είναι νέκταρ που ψάχνει δοχείο
-Ρε σημειωματάριε, δεν μας τα λες καλά.. Θέλει ο έρωτας φωτια; Και η καταρρακτώδης βροχή περίπατο;
-Θέλει να θέλεις να μην τα βλέπεις όλα ίδια. Να 'χεις τρία μάτια και όχι μόνο δύο και να κοιτάζουνε κατάματα χιλιάδες άλλα ταυτόχρονα. Χωρίς κανένα φόβο. Να έχεις χέρια πολλά και ένα φλεγόμενο στήθος. Να καίγεται ο μπέτης σου! Τα υπόλοιπα, είναι και εκείνα στάχτες στον καμβά.
-Γίναμε ιπτάμενοι εξεγερμένοι είπαν τα σκυλιά. Μα είναι αδέσποτη η καρδιά μας η καημένη.
-Ανατινάξτε τα κελιά. Πρώτα απ' τα δικά σας μυαλά και έπειτα όπου υπάρχει θλίψη, βάλτε φωτιά. Να μην ακούτε ψευτοδιορισμένους γιατρούς που λένε πως το μυαλό σας δεν πάει καλά. Εκείνοι δεν έχουνε καρδιά. Στέκουν σαν κουφάρια μέσα στα κάδρα τους, σαν επιχρυσωμένες κακομαθημένες γέννες, υποδουλωμένοι σε επαύλεις και στα δανεικά.
-Αξίζει να ζεις με μία αλήθεια στο κεφάλι και τη μόνη μούσα σου τη λευτεριά;
-Αξίζει να ζεις ουσιαστικά. Aπό το πρώτο σου μπάνιο σε ποτάμι κρυστάλλινο, μέχρι και την τελευταία γουλιά κρασιού που θα γευτείς. Να στε όμως στο μεσοδιάστημα ελεύθεροι και όχι στοιχειωμένοι.
-Είναι ο θάνατος φίλε μου σημειωματάριο, η μόνη μας αλήθεια;
-Είναι η μόνη σίγουρη αλήθεια
-Και αν δίχνεις πόνο στα σκυλιά;
-Είναι που δεν σε κατασπάραξαν ακόμα.
-Θα ρθει μια μέρα απ' τα παλιά, που θα 'ναι αμέτρητα πουλιά, πετώντας να ερωτεύονται ξανά
κάθε απόχρωση του ουρανού τους.
-Τα νέα πετούμενα ψάχνουνε για φυλαχτά. Αλλιώς φωλιές τους γίνονται τα παιδικά τους χρόνια.
-Και που είναι το κακό να έχεις για πατρίδα τα μαύρα χελιδόνια;
-Είναι που είναι η ίδια πατρίδα με της Άνοιξης το πρώτο γλυκό βραδάκι. Που μεθυσμένος της χαιδεύεις τα μαλλιά.
-Ναι αλλά εκείνη ήταν που άνοιξε το στέρνο της, χωρίς να χαρίσει τίποτα λιγότερο, από τον κόσμο της.
-Να συγχωράτε τους έρωτες που ακούγαν σε εντολές. Ήταν μεθυσμένοι από την ανασφάλεια.
-Τί εννοείς;
-Είσαι μικρό δίχρωμο
-Και;
-Έλα νταξ, σε πειράζω.
-Άντε ρε γαμήσου
-Ρε σημειωματάριο, ειλικρινά τώρα, θα μου πεις τι απέμεινε λίγο πριν τη μάχη;
-Έχω την αίσθηση ότι η μάχη υπήρχε πάντα. Όλα όσα είχες όταν ξεκίνησες, έχεις και τώρα.
-Η αγάπη είναι καταφύγιο;
-Η αγάπη είναι νέκταρ που ψάχνει δοχείο
-Ρε σημειωματάριε, δεν μας τα λες καλά.. Θέλει ο έρωτας φωτια; Και η καταρρακτώδης βροχή περίπατο;
-Θέλει να θέλεις να μην τα βλέπεις όλα ίδια. Να 'χεις τρία μάτια και όχι μόνο δύο και να κοιτάζουνε κατάματα χιλιάδες άλλα ταυτόχρονα. Χωρίς κανένα φόβο. Να έχεις χέρια πολλά και ένα φλεγόμενο στήθος. Να καίγεται ο μπέτης σου! Τα υπόλοιπα, είναι και εκείνα στάχτες στον καμβά.
-Γίναμε ιπτάμενοι εξεγερμένοι είπαν τα σκυλιά. Μα είναι αδέσποτη η καρδιά μας η καημένη.
-Ανατινάξτε τα κελιά. Πρώτα απ' τα δικά σας μυαλά και έπειτα όπου υπάρχει θλίψη, βάλτε φωτιά. Να μην ακούτε ψευτοδιορισμένους γιατρούς που λένε πως το μυαλό σας δεν πάει καλά. Εκείνοι δεν έχουνε καρδιά. Στέκουν σαν κουφάρια μέσα στα κάδρα τους, σαν επιχρυσωμένες κακομαθημένες γέννες, υποδουλωμένοι σε επαύλεις και στα δανεικά.
-Αξίζει να ζεις με μία αλήθεια στο κεφάλι και τη μόνη μούσα σου τη λευτεριά;
-Αξίζει να ζεις ουσιαστικά. Aπό το πρώτο σου μπάνιο σε ποτάμι κρυστάλλινο, μέχρι και την τελευταία γουλιά κρασιού που θα γευτείς. Να στε όμως στο μεσοδιάστημα ελεύθεροι και όχι στοιχειωμένοι.
-Είναι ο θάνατος φίλε μου σημειωματάριο, η μόνη μας αλήθεια;
-Είναι η μόνη σίγουρη αλήθεια
-Και αν δίχνεις πόνο στα σκυλιά;
-Είναι που δεν σε κατασπάραξαν ακόμα.
-Θα ρθει μια μέρα απ' τα παλιά, που θα 'ναι αμέτρητα πουλιά, πετώντας να ερωτεύονται ξανά
κάθε απόχρωση του ουρανού τους.
-Τα νέα πετούμενα ψάχνουνε για φυλαχτά. Αλλιώς φωλιές τους γίνονται τα παιδικά τους χρόνια.
-Και που είναι το κακό να έχεις για πατρίδα τα μαύρα χελιδόνια;
-Είναι που είναι η ίδια πατρίδα με της Άνοιξης το πρώτο γλυκό βραδάκι. Που μεθυσμένος της χαιδεύεις τα μαλλιά.
-Ναι αλλά εκείνη ήταν που άνοιξε το στέρνο της, χωρίς να χαρίσει τίποτα λιγότερο, από τον κόσμο της.
-Να συγχωράτε τους έρωτες που ακούγαν σε εντολές. Ήταν μεθυσμένοι από την ανασφάλεια.
Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014
Οδός Γολγοθά 131
Ήταν καθώς σάλευα και βυθιζόμουν ξανα στο χιόνι, μια νύχτα στο άστρο σου τσακμάκισα
μα πήρανε φωτιά τα σωθικά μου. Νόμιζα πως έγνεθες από μακριά και πως για μένα χαμογέλαγες
και όχι στα σκυλιά. Είναι που χόρτασα αγάπη και που κάθε που ξημέρωνε, με φώναζες αντάρτη. Κρίμα που ο τόπος πήρε φωτιά και μέχρι τα άλλα τα χαράματα, γιορτάζανε παιδιά.
Ήρθαν στο κόσμο σου για άλλη μια φορά κι όμως δεν ήσουνα καμιά.
μα πήρανε φωτιά τα σωθικά μου. Νόμιζα πως έγνεθες από μακριά και πως για μένα χαμογέλαγες
και όχι στα σκυλιά. Είναι που χόρτασα αγάπη και που κάθε που ξημέρωνε, με φώναζες αντάρτη. Κρίμα που ο τόπος πήρε φωτιά και μέχρι τα άλλα τα χαράματα, γιορτάζανε παιδιά.
Ήρθαν στο κόσμο σου για άλλη μια φορά κι όμως δεν ήσουνα καμιά.
Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014
Στάχτες στον καμβά
Είναι άδικο ιπτάμενοι να δακρύζουμε
μια καμένη γη, τι και αν την ποτίζουμε.
Πινέλα οι ψυχές μας βουτηγμένες στην αιωνιότητα...
Έπειτα σε μια μικρή ανάπαυλα του χρόνου, ίσως να αναφωνήσουμε,
σαν δυο νεογέννητοι γαλαξίες που αναβάλουν τη μαύρη ματαιότητα
"έλα πιο κοντά και θα στο πω με πυρωμένα χρώματα!"
Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014
Μια τσέπη γεμάτη Φθινόπωρα
Μια βραχνιασμένη και αργόσυρτη φωνή, είχε ο δάσκαλος τότε που ήμασταν μικροί.
Είχε μια μακρόστενη σιδερένια έδρα, όπου στήριζε τα κοκαλιάρικα χέρια του.
Η έδρα ήταν γεμάτη από σκόρπιες κιμωλίες, παρατημένα γραπτά και στην άκρη δεξιά, σχεδόν φλερτάροντας με το πάτωμα, υπήρχε το γυάλινο βάζο των κλήρων.
Οι κλήροι, ήταν μικρά τυλιγμένα αριθμημένα χαρτάκια,
"κατ' εντολήν" φτιαγμένα από εμάς τους μαθητές.
Θυμάμαι ήμουν το πέντε.
Όταν ο δάσκαλος ήθελε κάποιο παιδί να πει μάθημα, άνοιγε έναν κλήρο.
Αν ήσουν διαβασμένος και ταυτόχρονα τυχερός, η μέρα σου θα ήταν υπέροχη.
Αν ήσουν αδιάβαστος και ταυτόχρονα άτυχος, η υπόλοιπη σου μέρα προμηνυόταν μαύρη.
Αν πάλι, ήσουν πονηρός και κατέβαζε η κούτρα σου παγαποντιές,
απλώς ερχόσουν στην αίθουσα κάποιο μοναχικό διάλειμμα
και έσκιζες το χαρτάκι με τον αριθμό που σου αντιστοιχούσε και
ησύχαζες για όλη τη χρονιά.
Έτσι και στη ζωή.
Γι αυτό φώτιζε μας ουρανέ, να σκίσουμε μια για πάντα,
τον κλήρο που μας στέλνει για χρόνια τωρα αδιάβαστους.
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014
Αποθήκη μελλούμενων
Το πρωί όταν ξυπνώ, γυρεύω πάντα μιαν ανάσα, την βρίσκω μετά από ώρα, την κρατώ και βγαίνω στο δάσος που υπάρχει έξω από το πατρικό μου. Λογιών πλάσματα μικρά, είναι κρυμμένα μες τα χόρτα και πίσω από τα δέντρα. Μόλις με δουν συνωμοτούν μες το σπίτι πως θα μπουν. Να κλέψουν μάλλον θέλουν, τα βάζο με το μέλι ή απλώς να μπουν να δουν.
Τα απογεύματα που βγαίνω στη βεράντα, το δάσος έχει αντικατασταθεί με μια ήρεμη καταγάλανη και καθαρή θάλασσα. Περικυκλώνει το σπίτι. Από το σημείο της βεράντας όπου κάθομαι ακουμπισμένος, τα πόδια μου με ευχαρίστηση μέσα της βουτώ. Η βελούδινη υφή της, δροσίζει όλη μου την ύπαρξη. Με γεμίζει με αποθέματα ελευθερίας, όταν γυρίσω πίσω στη πόλη, θα μου χρειαστούν. Δεκάδες μικρά ψάρια κινούνται ανέμελα και γω κοιτώ τον ουρανό.
Σαν χορτάσω ανεμελιά, κλείνομαι αυτόβουλα στο δωμάτιο μου. Αποθήκη εφηβικών φαντασμάτων ήταν παλιά, τώρα μοιάζει με ξενώνα. Ένα τερατάκι με φιλικό βλέμμα για κάθε ράφι, μια οικεία κραυγή απόγνωσης καταχωνιασμένη σε κάθε ντουλάπι. Εποχές που δεν θα ξανάρθουν ποτέ. Ευτυχώς.
Ταξιδεύω αγκαλιά με ένα βιβλίο ή κανένα δίσκο. Μέχρι να προσγειωθώ πάλι πίσω, το βραδάκι έχει φτάσει και κείνο. Το σπίτι μας τώρα αιωρείται. Μου θυμίζει μοναχικό πλανήτη. Διασχίζει νωχελικά το διάστημα, ανάμεσα από πλανήτες ξεγλιστρά, μέσα σε νεφελώματα κρύβεται προσωρινά. Δεν τρομάζω, παρόλο που σαστίζω και τελικά απολαμβάνω άναυδος τη θέα.
Ξανάγινα παιδί και ανέβηκα με βιαστικές δρασκελιές απάνω στη ταράτσα. Τα αδέρφια μου, το ένα πιο μικρό, το άλλο πιο μεγάλο, κοιμούνται μέσα στις αιώρες τους. Οι γονείς μας ευτυχισμένοι, κοιτιούνται για ώρες μες τα μάτια , κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.
Ελπίζω να μη με είδαν, μη τους χαλάσω τη στιγμή. Κι ύστερα πάλι ζωγραφίζω αναμνήσεις μέσα στο μυαλό μου. Αναμνήσεις απ' αυτές που θα έρθουν...
Σαν αποθήκη μελλούμενων η καρδιά μου, αφουγκράζεται τις πιο χαρούμενες μονάχα.
Μέχρι να με βρει εδώ στη ταράτσα το ξημέρωμα, γαλήνιο και μισοκοιμισμένο.
Τα απογεύματα που βγαίνω στη βεράντα, το δάσος έχει αντικατασταθεί με μια ήρεμη καταγάλανη και καθαρή θάλασσα. Περικυκλώνει το σπίτι. Από το σημείο της βεράντας όπου κάθομαι ακουμπισμένος, τα πόδια μου με ευχαρίστηση μέσα της βουτώ. Η βελούδινη υφή της, δροσίζει όλη μου την ύπαρξη. Με γεμίζει με αποθέματα ελευθερίας, όταν γυρίσω πίσω στη πόλη, θα μου χρειαστούν. Δεκάδες μικρά ψάρια κινούνται ανέμελα και γω κοιτώ τον ουρανό.
Σαν χορτάσω ανεμελιά, κλείνομαι αυτόβουλα στο δωμάτιο μου. Αποθήκη εφηβικών φαντασμάτων ήταν παλιά, τώρα μοιάζει με ξενώνα. Ένα τερατάκι με φιλικό βλέμμα για κάθε ράφι, μια οικεία κραυγή απόγνωσης καταχωνιασμένη σε κάθε ντουλάπι. Εποχές που δεν θα ξανάρθουν ποτέ. Ευτυχώς.
Ταξιδεύω αγκαλιά με ένα βιβλίο ή κανένα δίσκο. Μέχρι να προσγειωθώ πάλι πίσω, το βραδάκι έχει φτάσει και κείνο. Το σπίτι μας τώρα αιωρείται. Μου θυμίζει μοναχικό πλανήτη. Διασχίζει νωχελικά το διάστημα, ανάμεσα από πλανήτες ξεγλιστρά, μέσα σε νεφελώματα κρύβεται προσωρινά. Δεν τρομάζω, παρόλο που σαστίζω και τελικά απολαμβάνω άναυδος τη θέα.
Ξανάγινα παιδί και ανέβηκα με βιαστικές δρασκελιές απάνω στη ταράτσα. Τα αδέρφια μου, το ένα πιο μικρό, το άλλο πιο μεγάλο, κοιμούνται μέσα στις αιώρες τους. Οι γονείς μας ευτυχισμένοι, κοιτιούνται για ώρες μες τα μάτια , κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου.
Ελπίζω να μη με είδαν, μη τους χαλάσω τη στιγμή. Κι ύστερα πάλι ζωγραφίζω αναμνήσεις μέσα στο μυαλό μου. Αναμνήσεις απ' αυτές που θα έρθουν...
Σαν αποθήκη μελλούμενων η καρδιά μου, αφουγκράζεται τις πιο χαρούμενες μονάχα.
Μέχρι να με βρει εδώ στη ταράτσα το ξημέρωμα, γαλήνιο και μισοκοιμισμένο.
Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014
Ένα για τον δρόμο
Στριφογυρνάει ο δρόμος στο μυαλό μου,
μια χορταριασμένος και δύσβατος και μια να τον συνθέτουν πλημμυρισμένα πλακόστρωτα.
Όλους τους δρόμους σου περπάτησα,
κάποιες φορές να βλαστημώ θυμάμαι - συγχώρα με γι αυτό - και άλλες να σκάω από τα γέλια,
άλλες ξυπόλυτος να περπατώ και άλλες να κοιτώ τα αστέρια.
Εκπυρσοκρότησε πάλι η θλίψη και με επέστρεψε στην αφετηρία του δρόμου τούτου.
Αρματώθηκα ξανά φωνές, ξόρκια, συμβουλές και ένα παγούρι δάκρυα της μάνας.
Ξεκίνησα έπειτα με τη καρδιά γιομάτη σιγουριά,
πως δεν είχα δει τις ομορφιές σου,
δρόμε φωτεινέ που μ' οδηγείς στις πιο ακούσιες συνειδητοποιήσεις,
μη ψωνιστείς που σε εξυμνώ κάθε που προσπαθώ να κοιμηθώ, το βράδυ σαν πλαγιάζω.
Είναι που δεν θέλω να ξεχνώ, στάσιμος να μοιάζω.
Θυμάμαι τις προσευχές που έμαθα στα τρένα - πήγαινα πάνω κάτω μην παγώσω -
σε λιμάνια σε στοές, σε πετρόχτιστες αυλές,
σε φλεγόμενα σοκάκια, είχαν όλοι τους το βλέμμα λες και δεν ξανά 'δανε ταξιδευτές...
Και κάθε που τα πόδια μου γεμίζανε πληγές,
καλέ μου δρόμε, μαύρε πονηρέ,
έπαιρνα τα παπούτσια μου στα χέρια και διέσχιζα όλες σου τις αμυχές,
χωρίς ποτέ να υπακούω σε εντολές,
ήξερα πως μόνο εσύ τον πόνο καις,
μονάχα χτίζεις ένα πηχτό χτες,
με ενοχές, γιορτές, αφήνοντας στο διάβα σου ηλιοκαμένα μούτρα,
δοκίμασα των δέντρων σου κατά σειρά όλα τα φρούτα...
Και ήταν στιγμές που γέμιζες με ανάποδες στροφές
και όσοι ξάπλωναν απάνω σου, γρήγορα παραιτήθηκαν.
Μια φορά θυμάμαι με ξεγέλασες
και μου 'λεγες πως συνεχίζεις και τη θάλασσα διασχίζεις,
άμα θες,
μα όπως λένε "αν έχεις τύχη διάβαινε ", αλλιώς καθόλου ταξίδι μην αρχίζεις.
Ίσως να υπήρξα πολλοί άνθρωποι μαζί, σε ένα σώμα, μέσα σε μια ελπίδα,
στριμωγμένοι συνεπιβάτες, διψασμένοι για ζωή.
Ένας μας προστάτευε σε κάθε καταιγίδα.
Άλλος έκλαιγε από χαρά και κάποιος μέσα μου γερνά. Ένας άλλος, κρατάει μια λεπίδα,
ένας έφηβος που δυνατά τραγούδι ξεκινά
και ένας ενήλικος που κρατάει εφημερίδα.
Ένα μικρό παιδί που δεν χορταίνει τα φιλιά
και ένας αλήτης που τριγυρνάει όλη νύχτα.
Μη με ξεχάσεις δρόμε,
εσύ που είδες όλες μου τις εκδοχές
και ξέρεις πότε αγάπησα και πότε σκότωσα.
Πότε αγωνίστηκα, για τη μαύρη μου τη λευτεριά
και πότε έσπασα για πάντα την πυξίδα.
μια χορταριασμένος και δύσβατος και μια να τον συνθέτουν πλημμυρισμένα πλακόστρωτα.
Όλους τους δρόμους σου περπάτησα,
κάποιες φορές να βλαστημώ θυμάμαι - συγχώρα με γι αυτό - και άλλες να σκάω από τα γέλια,
άλλες ξυπόλυτος να περπατώ και άλλες να κοιτώ τα αστέρια.
Εκπυρσοκρότησε πάλι η θλίψη και με επέστρεψε στην αφετηρία του δρόμου τούτου.
Αρματώθηκα ξανά φωνές, ξόρκια, συμβουλές και ένα παγούρι δάκρυα της μάνας.
Ξεκίνησα έπειτα με τη καρδιά γιομάτη σιγουριά,
πως δεν είχα δει τις ομορφιές σου,
δρόμε φωτεινέ που μ' οδηγείς στις πιο ακούσιες συνειδητοποιήσεις,
μη ψωνιστείς που σε εξυμνώ κάθε που προσπαθώ να κοιμηθώ, το βράδυ σαν πλαγιάζω.
Είναι που δεν θέλω να ξεχνώ, στάσιμος να μοιάζω.
Θυμάμαι τις προσευχές που έμαθα στα τρένα - πήγαινα πάνω κάτω μην παγώσω -
σε λιμάνια σε στοές, σε πετρόχτιστες αυλές,
σε φλεγόμενα σοκάκια, είχαν όλοι τους το βλέμμα λες και δεν ξανά 'δανε ταξιδευτές...
Και κάθε που τα πόδια μου γεμίζανε πληγές,
καλέ μου δρόμε, μαύρε πονηρέ,
έπαιρνα τα παπούτσια μου στα χέρια και διέσχιζα όλες σου τις αμυχές,
χωρίς ποτέ να υπακούω σε εντολές,
ήξερα πως μόνο εσύ τον πόνο καις,
μονάχα χτίζεις ένα πηχτό χτες,
με ενοχές, γιορτές, αφήνοντας στο διάβα σου ηλιοκαμένα μούτρα,
δοκίμασα των δέντρων σου κατά σειρά όλα τα φρούτα...
Και ήταν στιγμές που γέμιζες με ανάποδες στροφές
και όσοι ξάπλωναν απάνω σου, γρήγορα παραιτήθηκαν.
Μια φορά θυμάμαι με ξεγέλασες
και μου 'λεγες πως συνεχίζεις και τη θάλασσα διασχίζεις,
άμα θες,
μα όπως λένε "αν έχεις τύχη διάβαινε ", αλλιώς καθόλου ταξίδι μην αρχίζεις.
Ίσως να υπήρξα πολλοί άνθρωποι μαζί, σε ένα σώμα, μέσα σε μια ελπίδα,
στριμωγμένοι συνεπιβάτες, διψασμένοι για ζωή.
Ένας μας προστάτευε σε κάθε καταιγίδα.
Άλλος έκλαιγε από χαρά και κάποιος μέσα μου γερνά. Ένας άλλος, κρατάει μια λεπίδα,
ένας έφηβος που δυνατά τραγούδι ξεκινά
και ένας ενήλικος που κρατάει εφημερίδα.
Ένα μικρό παιδί που δεν χορταίνει τα φιλιά
και ένας αλήτης που τριγυρνάει όλη νύχτα.
Μη με ξεχάσεις δρόμε,
εσύ που είδες όλες μου τις εκδοχές
και ξέρεις πότε αγάπησα και πότε σκότωσα.
Πότε αγωνίστηκα, για τη μαύρη μου τη λευτεριά
και πότε έσπασα για πάντα την πυξίδα.
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014
Χόρταιναν με στάχτη
Ανίατο το φεγγάρι δρόμους μέσα στους βάλτους είχε ανοίξει,
λες και δεν πνιγήκαμε όλοι μαζί αμέτρητες φορές,
βουλιάζαμε σε κάθε μας βήμα,
μόνο τα δέντρα μας κοιτούσαν,
σαν παγωμένοι θεατές,
μιας καλοστημένης διαδρομής.
Στα σκοτεινά σοκάκια μιας πόλης που παρακαλούσε
να συνεχίσει να βαλτώνει από υποκρισία,
συντροφιά με ένα καθρέπτη στη τσέπη σου χωρούσε,
όσο μεγάλωνες φλέρταρες με το κενό, την άβυσσο,
τους λυκάνθρωπους και γω στεκόμουν σαστισμένος
κάτω από το φως του βραδινού ουρανού,
σπλάχνο του περήφανο, υπήρξα.
Και τώρα είχα αρχίσει να ζω μέσα σε κάθε χαράκι απόκρημνο,
στις ποταμίσιες πέτρες, στο λυσσασμένο άνεμο του Ιούλη,
χορωδία εντόμων που αίμα καταπίνουν κάθε που κοιμόμουν,
εξυμνούν το όνομα σου και χορεύουν χορτασμένα μέσα στα μαλλιά σου,
σαν χαλί στρωμένο τύλιγαν το λαιμό μου και μόνο χάδια οδύνης σου έδινα,
λες και βάλθηκε ο τρόμος και η φρίκη του πολέμου να μας καταπιούν,
"είναι τρελός αυτός ο κόσμος" μου είπες στο αυτί μια μέρα
και φόρεσες μπροστά μου, την πιο υγρή σου γύμνια,
αλμύρα και γαρδένιες τρώγαμε ξάπλα στην άμμο,
"χάθηκε για πάντα, πάρ' το χαμπάρι, η αθωότητα από τον κόσμο!"
ούρλιαξες μέσα στα μάτια μου,
δάκρυ που ξέφυγε έγινες μετά,
δυο δρόμοι που καθίζησαν και συναντήθηκαν στην άβυσσο,
στολισμένοι με τα πιο λαμπρά και πολύτιμα σκουπίδια,
πλαστικοποιημένες αναμνήσεις εξορμούσαν τις νύχτες οι κραυγές μας
και στοίχειωναν τις παρατημένες πόλεις
και η θάλασσα βουβός γιατρός που σήκωνε τα χέρια του ψηλά στο θέαμα,
συγχώρεση ζητούσα μετά, από τα κύματα που με μαστίγωναν με πείσμα,
για τις αμαρτίες που μου χρέωσε ο πατέρας μου ο ουρανός
και ο πλανήτης που γεννήθηκα, του παρήγγειλα να με ξεγράψει,
τα φτερά να βάλω στις φτέρνες πίσω και στους ώμους μου, έψαχνα ανελλιπώς,
όμως μόνο βουβή η σκοτεινιά, αλεπούδες να κοιτούν μου έστελνε,
μυρμήγκια να κλέβουν το σπίτι μου σιγά σιγά,
αμέσως μετά θυμήθηκα πως είχαν δίκιο,
δεν ήταν δικό μου...Είχα μπαστακωθεί ένα βράδυ μεθυσμένος μέσα στη δική τους φωλιά,
με ανέχτηκαν με σθένος, τα πόδια μου περίσσευαν από τη τρύπα,
τα μάτια μου κοιτούσαν τα δέντρα μέσα στη νυχτιά,
μέχρι που είδα και απόειδα και έψαξα πατρίδα μέσα μου καλύτερα,
χωρίς να υπόσχομαι, να παραδίνομαι, να συνεχίσω να βάζω φωτιά,
στη τρέλα και σε όλα τα χτικιά.
Μα σε μια μάχη άρπαξαν για λίγο στην άκρη τα φτερά,
την έσβησα και εκείνη και ξάπλωσα στην άκρη ενός γκρεμού
μήπως και άθελα μου στον ύπνο μου πλευρό αλλάξω
γιατί δε σε βρήκα πουθενά,
Μάλλον κοιμόσουν στην άγνοια,
πυγολαμπίδες συχνά σε ξεγέλαγαν και νόμιζες πως έπαιρναν τα μάτια σου φωτιά,
μα το ψακί που σου φύλαξαν ήταν φερμένο από μακριά,
το αίμα που σου ήπιαν τα χτικιά. Και κείνο το χρωστάς...
Μη ξεχνάς να λες ευχαριστώ μαλάκα!
χίλια χρόνια τώρα δεν έμαθες, να πολεμάς,
ούτε αληθινά να αγαπάς.
λες και δεν πνιγήκαμε όλοι μαζί αμέτρητες φορές,
βουλιάζαμε σε κάθε μας βήμα,
μόνο τα δέντρα μας κοιτούσαν,
σαν παγωμένοι θεατές,
μιας καλοστημένης διαδρομής.
Στα σκοτεινά σοκάκια μιας πόλης που παρακαλούσε
να συνεχίσει να βαλτώνει από υποκρισία,
συντροφιά με ένα καθρέπτη στη τσέπη σου χωρούσε,
όσο μεγάλωνες φλέρταρες με το κενό, την άβυσσο,
τους λυκάνθρωπους και γω στεκόμουν σαστισμένος
κάτω από το φως του βραδινού ουρανού,
σπλάχνο του περήφανο, υπήρξα.
Και τώρα είχα αρχίσει να ζω μέσα σε κάθε χαράκι απόκρημνο,
στις ποταμίσιες πέτρες, στο λυσσασμένο άνεμο του Ιούλη,
χορωδία εντόμων που αίμα καταπίνουν κάθε που κοιμόμουν,
εξυμνούν το όνομα σου και χορεύουν χορτασμένα μέσα στα μαλλιά σου,
σαν χαλί στρωμένο τύλιγαν το λαιμό μου και μόνο χάδια οδύνης σου έδινα,
λες και βάλθηκε ο τρόμος και η φρίκη του πολέμου να μας καταπιούν,
"είναι τρελός αυτός ο κόσμος" μου είπες στο αυτί μια μέρα
και φόρεσες μπροστά μου, την πιο υγρή σου γύμνια,
αλμύρα και γαρδένιες τρώγαμε ξάπλα στην άμμο,
"χάθηκε για πάντα, πάρ' το χαμπάρι, η αθωότητα από τον κόσμο!"
ούρλιαξες μέσα στα μάτια μου,
δάκρυ που ξέφυγε έγινες μετά,
δυο δρόμοι που καθίζησαν και συναντήθηκαν στην άβυσσο,
στολισμένοι με τα πιο λαμπρά και πολύτιμα σκουπίδια,
πλαστικοποιημένες αναμνήσεις εξορμούσαν τις νύχτες οι κραυγές μας
και στοίχειωναν τις παρατημένες πόλεις
και η θάλασσα βουβός γιατρός που σήκωνε τα χέρια του ψηλά στο θέαμα,
συγχώρεση ζητούσα μετά, από τα κύματα που με μαστίγωναν με πείσμα,
για τις αμαρτίες που μου χρέωσε ο πατέρας μου ο ουρανός
και ο πλανήτης που γεννήθηκα, του παρήγγειλα να με ξεγράψει,
τα φτερά να βάλω στις φτέρνες πίσω και στους ώμους μου, έψαχνα ανελλιπώς,
όμως μόνο βουβή η σκοτεινιά, αλεπούδες να κοιτούν μου έστελνε,
μυρμήγκια να κλέβουν το σπίτι μου σιγά σιγά,
αμέσως μετά θυμήθηκα πως είχαν δίκιο,
δεν ήταν δικό μου...Είχα μπαστακωθεί ένα βράδυ μεθυσμένος μέσα στη δική τους φωλιά,
με ανέχτηκαν με σθένος, τα πόδια μου περίσσευαν από τη τρύπα,
τα μάτια μου κοιτούσαν τα δέντρα μέσα στη νυχτιά,
μέχρι που είδα και απόειδα και έψαξα πατρίδα μέσα μου καλύτερα,
χωρίς να υπόσχομαι, να παραδίνομαι, να συνεχίσω να βάζω φωτιά,
στη τρέλα και σε όλα τα χτικιά.
Μα σε μια μάχη άρπαξαν για λίγο στην άκρη τα φτερά,
την έσβησα και εκείνη και ξάπλωσα στην άκρη ενός γκρεμού
μήπως και άθελα μου στον ύπνο μου πλευρό αλλάξω
γιατί δε σε βρήκα πουθενά,
Μάλλον κοιμόσουν στην άγνοια,
πυγολαμπίδες συχνά σε ξεγέλαγαν και νόμιζες πως έπαιρναν τα μάτια σου φωτιά,
μα το ψακί που σου φύλαξαν ήταν φερμένο από μακριά,
το αίμα που σου ήπιαν τα χτικιά. Και κείνο το χρωστάς...
Μη ξεχνάς να λες ευχαριστώ μαλάκα!
χίλια χρόνια τώρα δεν έμαθες, να πολεμάς,
ούτε αληθινά να αγαπάς.
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014
Δίανθος
Ριζοβόλησες σε εύφορο έδαφος, είχαν
φροντίσει να ανθοφορήσεις.
Σε μεγάλωσαν με το καλύτερο
νερό, μα καθώς μεγάλωνες έβλεπες ξηρασία στον καιρό. Η ξηρασία όμως δεν έφτασε
ποτέ, παρά μόνο δύο χέρια σε ξερίζωσαν και σε έβαλαν σε γλάστρα μαζί με δεκάδες
άλλες, μέσα σε κρύο φορτηγό. Προορισμός και συνθήκες ευρωστίας, άγνωστες… Κι
από τότε φορτωμένος με ενοχές που δεν πρόλαβες να αφήσεις τους σπόρους σου πίσω
στη γη που μεγάλωσες, ταξιδεύεις πάνω κάτω
σε έναν τόπο μαγικό πλημυρισμένο από όξινο νερό, γιατί αντί για ξηρασία, ήρθε
Χειμώνας ατέλειωτος.
Σκεφτόσουν όπως πάντα «Θα
περάσει και αυτό» μα όλο κάτι καινούργιο ερχόταν. Σα μαγνήτης κείνη η γη
τραβούσε καταιγίδες. Και ξέρεις καλά πως έφταιξες και εσύ, γιατί ο άνεμος έφερε
του σπόρους σου μακριά σε άλλη γη.
Έναν τον πήγε στο βουνό και συναγωνίζεται
τα αγκάθια και τα ζώα, μην τον φάνε όσο μεγαλώνει, άλλον κοντά στη θάλασσα, τον
έκαψε αμέσως η αλμύρα και το χιόνι.
Και έναν άλλο, μέσα σε μια
πόλη τον έφτασε, να προσπαθεί μπας και σπάσει το τσιμέντο, τα φύτρα του να
βγουν να αγγίξουν μια γωνίτσα ήλιο.
Και νιώθεις υπέρμετρη αγάπη
για εμάς, που χίλια κομμάτια ο καμβάς, μας έκαναν τα ατέλειωτα μπουρίνια, σαν
τα σπλάχνα μας να πολεμούν από μακριά, μήπως και γίνουν ένα.
Σα σύννεφο αχνό χιλιάδες γκρίζοι Σπίνοι, βαλαν φωτιά στα σύννεφα, σαν ομιχλώδης
κηροζίνη.
Ξέρεις τα κούρασε ο
πολύπλευρος σου εαυτός, μα είναι η φύση σου να έχεις έναν μόνο στόχο, στις πιο
απίστευτες γωνίες αυτού του κόσμου, να ευδοκιμείς κι άλλοτε να φεύγεις άδοξα
μέσα σε μία μέρα και ξέρεις εκείνη νικούσε το κενό, αλλά ξεχάσατε κι οι δυο σας
πως ένα αδυσώπητο χτικιό, σας ήθελε ξερούς, νεκρούς και άυλους κι όμως το μόνο
που θα κατάφερε ήταν να σας κάνει πιο ανθεκτικούς και αθάνατους
.
Ήταν απόγευμα βροχερό και είχε
κρυφτεί η μέρα όταν την γνώρισες, ήταν γλυκιά και εύθραυστη, τα φύλλα της φωτιά εξιλέωσης, τα
άνθη της είχαν γεύση λύτρωσης, ενώ το σάλιο της σε πότισε για αιώνες .
Ταξίδεψες σε χώρες αμέτρητες
για να τη βρεις, μα στο τέλος κατάλαβες πως στεκόταν περήφανα δίπλα σου τόσο
καιρό και η αναπνιά της χάιδευε τα φύλλα σου, τα άνθη της είχαν γύρει πάνω στα δικά
σου κι όλο φοβόταν μην τυφλωθείς, απ’ το ίδιο το χάρισμα σου.
Ήταν μέρες δεν φοβάσαι να
αρνηθείς, που την πίκραιναν οι ρίζες σου, σκληρές και άκαμπτες, πονούσαν τις δικές
της, μοιρολόγια ψέλλιζαν για μεγάλες λέει συμφορές, δεν δίστασες μέχρι και
αντίο να της πεις.
Ήσουν σίγουρος πως δεν καταλάβαινε,
πως έφευγες για να βρει χώρο να ριζώσει, μιας και θα ήταν άδικο το κορμί της να
παγώσει. Επειδή δεν της άφησες χώρο να απλωθεί,
στο χώμα να στεριώσει.
Τώρα όμως έχεις υποσχεθεί, πως
ότι και αν γίνει τον ίδιο ουρανό και εκείνη θα ανεβεί, προς το φως, τον ήλιο,
τον αέρα, ότι να ρθει θα ρθεί και μαζί με το βλέμμα σας ψηλά θα αναφωνήσετε «Πατέρα,
είμαστε πληγωμένοι και όμως τόσο δυνατοί! Νιώθουμε χορτάτοι κι ας είμαστε για
χρόνια νηστικοί, πικρή μητέρα, ας είναι ο θάνατος τερματικός σταθμός, πρέπει να
πάμε παραπέρα…»
Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014
Chapter 10 - Ονειρου Συντεταγμένες (απόσπασμα)
Διασταυρώσεις
δρόμων όπου παλιότερα κυριαρχούσε το κυκλοφοριακό άγχος είχαν μετατραπεί τώρα
σε ξέγνοιαστα μα και θλιμμένα ξέφωτα, ενός δάσους που λες και περίμενε αιώνες
να δημιουργηθεί και τέλος να κυριαρχήσει σε ένα έδαφος που πάντα του άνηκε.
Πεζόδρομοι και οδικές γέφυρες έξι λωρίδων κυκλοφορίας, ήταν τώρα μαγευτικοί
καταρράκτες και με την δύναμη τους είχαν παρασύρει μερικές αβοήθητες νταλίκες
σιγώντας για πάντα την ενοχλητική τσιρίδα τους στον καθαρό αέρα της πόλης.
Τα
σπίτια και οι πολυκατοικίες ήταν καταπράσινα, γιατί παντού είχε ξεχειλίσει η
πυκνή βλάστηση και όλοι οι κάτοικοι ήταν χαρούμενοι καθώς άναβαν τις
ψησταριές στις καταπράσινες ταράτσες των
σπιτιών τους. Μουσικές ακουγόντουσαν από κάθε γωνιά της πόλης και ήταν
αξιοζήλευτη η χορευτική διάθεση και ο τρόπος που οι πεζοί έκαναν το
απογευματινό περίπατο τους.
Για μερικούς,
εκείνο το απόγευμα ήταν ένα απόγευμα Κυριακής, ξεκούρασης και συντροφικότητας,
για άλλους ήταν απόγευμα Δευτέρας, όπου με μεράκι σιγά σιγά τέλειωναν τις
δουλειές τους ανοίγοντας τα πατζούρια να μπουν μέσα οι ακτίνες του φωτεινού
πλανήτη.
Για τις
παρέες των νέων ήταν απόγευμα Παρασκευής και όλες οι παρέες ήταν μαζεμένες στις
πλατείες και τα καταπράσινα πάρκα της πόλης. Τα πειράγματα και τα γέλια τους,
ακουγόντουσαν παντού. Η μουσική από δεκάδες ακορντεονίστες που κατέβαιναν μια
μεγάλη κατηφορική οδό, έβγαζαν στα μπαλκόνια και τους πιο ανόρεκτους και
κακόκεφους κατοίκους, οι οποίοι μετά από αυτό, υπερέβαλαν εαυτό και άρχιζαν να
χορεύουν δειλά δειλά στα μπαλκόνια, στις εισόδους των πολυκατοικιών αγκαλιά με
το ταίρι τους, άλλος με τις δύο μικρές του κόρες και μια νοικοκυρά με τον
ανάπηρο σύζυγο της που κοίταζε τώρα αμίλητος τα φλεγόμενα σύννεφα.
Δευτέρα 26 Μαΐου 2014
Βόλτα με τη Κάτια
Καθόμασταν
όπως κάθε μεσημέρι σε ένα δωμάτιο γεμάτο καπνό και μουσική στη διαπασών, ενώ όλοι
οι κάτοικοι είχαν πιάσει τις ιδιωτικές παραλίες.
Το ισόγειο της Κάτιας με το ζόρι φωτιζόταν μολονότι έξω ήταν κατακαλόκαιρο,
επειδή περιστοιχιζόταν από πολυκατοικίες. Σάπιες σαν χαλασμένα μπισκότα,
στηριζόταν η μία πάνω στην άλλη, μόνο κάτι μικρές τρύπες σαν παράθυρα,
υπονοούσαν την ύπαρξη ζωής μέσα τους. Ακριβώς
από πάνω μας, ένας άρρωστος ηλικιωμένος έβηχε κάθε δέκα δεύτερα με σταθερό
τέμπο, όχι τόσο από βήχα, αλλά από ανάγκη δήλωσης ύπαρξης. Έστω και με αυτό τον
τρόπο. Μετά από λίγο έφτυνε από το μπαλκόνι. Οι ροχάλες προσγειωνόντουσαν καμιά φορά στην
απλώστρα της Κάτιας και γι αυτό έβαζε ένα διάφανο νάιλον πάνω από τα απλωμένα ρούχα.
Όλοι μιλούσαν για τις εκλογές, οι περισσότεροι όπως πάντα παραμιλούσαν,
κορδωνόντουσαν για κατορθώματα που τάχα μου είχαν κάνει.
Ο
λόγος τους οξύμωρος, θρασύς, λίγες ώρες πριν από τα αποτελέσματα, αγκάλιαζε τη
παράνοια. Τους ακούγαμε τους εκπρόσωπους τους απ’ τη τηλεόραση του απέναντι.
Δεκάδες άνθρωποι ζούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Καμιά φορά ένιωθες πως το να
ζεις στο κέντρο, είναι σαν να ζεις σε ένα εφηβικό συρτάρι γεμάτο με λογής λογής
αντικείμενα, τα περισσότερα χαλασμένα ή παντελώς άχρηστα, μόνο θόρυβο
προκαλούσαμε όταν το εφηβικό χέρι άνοιγε βιαστικά το συρτάρι για να πετάξει
μέσα έναν καινούργιο ένοικο του κέντρου. Κακομοίρη Έλληνα μέχρι και το ναζισμό,
την χειρότερη και μισανθρωπιστική ψυχασθενική τάση, κοντεύεις να κάνεις τρέντι,
σκέφτηκα καθώς άκουγα φωνές πολιτικών από την τηλεόραση του γείτονα.
Βγήκαμε τσάρκα στα σοκάκια της περιοχής μας.
Δεν αντέξαμε. Δεν υπήρχε βέβαια κόσμος. Έβλεπες και ένιωθες τη παρακμή που θα
μπαστακωνόταν για δεκαετίες. Στα χορτάρια του πάρκου δίπλα από μερικούς τόνους
σκουπιδιών, κάποια κορίτσια τσιλημπούρδιζαν με τα αδέσποτα. Ύστερα υπήρχαν παντού μα παντού παππούδες. Σαν
συμμορίες είχαν κατακτήσει όλη τη πόλη. Διαρκώς έκριναν και κατέκριναν τα
πάντα, χωρίς να λογοδοτούν για το τι προσέφεραν οι ίδιοι στον τόπο. Απλά
υπήρχαν. Και έκαναν ότι τους έλεγε ο δέκτης. Έριχναν που και που καμιά ματιά
στα κοριτσάκια, τα οποία όταν δεν χαζογέλαγαν, τσακωνόντουσαν για τα νύχια και
τα μαλλιά τους.
Κατηφορίσαμε αμίλητοι προς τη θάλασσα, λίγα χιλιόμετρα πιο έξω από το
κέντρο. Ο καθένας μας κοιτούσε εδώ και εκεί, προσποιούμενοι ίσως, πως
μια διαδρομή που την κάναμε κάθε μέρα για χρόνια, την κάναμε εκείνη τη μέρα για
πρώτη φορά. Ο ουρανός ήταν ξεκάθαρος για τις διαθέσεις του.
Η
θάλασσα όμως έμοιαζε να πάσχει από κάποια ανίατη αρρώστια. Είχα δει πραγματική
θάλασσα παλιά, όταν ήμουν μικρός. Η Κάτια άναψε ένα τσιγάρο και μου χάιδεψε το
κεφάλι. Κούνησα την ουρά μου και της ανταπέδωσα το χάδι με δυο τρεις γλυψιές
στο πόδι της και συνεχίσαμε να κοιτάμε τον γαλαζοπράσινο ορίζοντα.
Πέμπτη 22 Μαΐου 2014
Προλαβαίνεις
Κύκλο σχεδίαζε στον ουρανό σα πτηνό
και ξαναγύρισε.
Θλίψη έκρυβε μέσα στο μυαλό
και χάρη ζήτησε.
Κάθε βράδυ έψαχνε να βρει Θεό,
τον είδε μια μέρα όταν ξύπνησε.
Ήταν ξυπόλητος και πληγωμένος
διακόνευε στο δρόμο.
Βιαζόταν να προλάβει ουρανό
δεν είχε άλλο χρόνο.
Ο ποιητής των όλων, αναζητούσε
και κείνος εαυτό,
μπας και διώξει απο μέσα του
τον πόνο.
Πάει καιρός που είχε σταματήσει
να αφουγκράζεται το κόσμο.
Χωρίς φίλους, αρχή και γιατρειά
φοβόταν μη κάνει κάνα φόνο.
Χασμουριόταν κάθε που ξημέρωνε
και ξανάβγαινε στο δρόμο.
Περπάταγε σκεπτικός στη θάλασσα απάνω κι όλο μονολογούσε
"Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω".
και ξαναγύρισε.
Θλίψη έκρυβε μέσα στο μυαλό
και χάρη ζήτησε.
Κάθε βράδυ έψαχνε να βρει Θεό,
τον είδε μια μέρα όταν ξύπνησε.
Ήταν ξυπόλητος και πληγωμένος
διακόνευε στο δρόμο.
Βιαζόταν να προλάβει ουρανό
δεν είχε άλλο χρόνο.
Ο ποιητής των όλων, αναζητούσε
και κείνος εαυτό,
μπας και διώξει απο μέσα του
τον πόνο.
Πάει καιρός που είχε σταματήσει
να αφουγκράζεται το κόσμο.
Χωρίς φίλους, αρχή και γιατρειά
φοβόταν μη κάνει κάνα φόνο.
Χασμουριόταν κάθε που ξημέρωνε
και ξανάβγαινε στο δρόμο.
Περπάταγε σκεπτικός στη θάλασσα απάνω κι όλο μονολογούσε
"Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω".
Κυριακή 11 Μαΐου 2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




















































